Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Τυχαίο ή όχι;


Πώς αποκτάται η παιδεία; Πώς μεταφέρεται η γνώση; Ποια είναι η σημασία της οργανωμένης εκπαίδευσης ως θεσμού για την ανάπτυξη της επιστήμης; Με αυτόν τον προβληματισμό ξεκινά το κεφάλαιο για την επιστήμη στην ελληνιστική εποχή, μια εποχή στην οποία ανθούν οι σχολές που ίδρυσαν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, ενώ ακόμα ακμάζουν καινούριες σχολές, που ιδρύονται και αυτές στην Αθήνα, από τον Επίκουρο και τον Ζήνωνα, λίγο πριν το κέντρο της μόρφωσης μεταφερθεί στην Αλεξάνδρεια, την νέα μητρόπολη του ενοποιημένου κόσμου που δημιούργησε ο Αλέξανδρος.

Όταν αναλογίζεται κανείς πως από την έλευση των σοφιστών, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα περάσαμε, δια του Σωκράτη, στον Πλάτωνα και την Ακαδημία και στον Αριστοτέλη και το Λύκειο, πως μέσα σε μερικές γενιές συντελέστηκε έκρηξη στην παιδεία, στη φιλοσοφία και την επιστήμη, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί σχετικά με τις συνθήκες που ευνόησαν την εξέλιξη αυτή, μια εξέλιξη μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία, τόσο που να μιλάμε για Ελληνικό Θαύμα.

Εύλογο ενδιαφέρον γεννάει και η μετάβαση του κέντρου της μόρφωσης από την Αθήνα, δια του Δημητρίου του Φαληρέα και του Μουσείου, στην Αλεξάνδρεια όπου την επιστημονική ανάπτυξη πήραν υπό την προστασία τους οι Πτολεμαίοι, αρχίζοντας μια παράδοση που θα την συνέχιζαν και μερικοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, βάζοντας τα θεμέλια για τις μοντέρνες κρατικές επιχορηγήσεις στην έρευνα και την επιστήμη.

Στη συνέχεια παρουσιάζεται το ζήτημα της σχέσης των μαθητών προς τον διδάσκαλο. Από ό,τι φαίνεται, οι αρχαίοι Περιπατητικοί δεν είχαν ταμπού το να διορθώσουν τον Αριστοτέλη. Τόσο ο Θεόφραστος, όσο και ο Στράτωνας, διάδοχοι του Αριστοτέλη στη διοίκηση του Λυκείου, διατύπωσαν θεωρίες που διέφεραν από αυτές του δασκάλου τους, ενώ απέρριψαν ό,τι θεωρούσαν ότι δεν είναι σωστό από τη διδασκαλία του Αριστοτέλη.

Έτσι, βλέπουμε τον Θεόφραστο, ο οποίος με την αγορά ακινήτων επέκτεινε το Λύκειο και βοήθησε στην εξασφάλιση μιας συνεχούς παρουσίας Περιπατητικών στην Αθήνα, να αμφισβητεί την τελεολογική θεωρία του δασκάλου του και να αφήνει χώρο στο τυχαίο κατά τη λειτουργία του σύμπαντος, να μη θεωρεί τη φωτιά στοιχείο και να διατυπώνει εναλλακτική θεωρία της όρασης.

Την ίδια οδό ακολούθησε και ο διάδοχός του Στράτωνας, ο οποίος απέρριψε την έννοια της ελαφρότητας και διατύπωσε την ιδέα πως τα σώματα διαφέρουν ανάλογα με το βάρος τους, με τα πιο ελαφριά να είναι λιγότερο βαριά από τα πιο βαριά, ενώ δέχτηκε την ύπαρξη μικροσκοπικών κενών που θα εξηγούν την ελαστικότητα των υλικών, την αραίωση και την συμπίεση. Παράλληλα, έλαβε υπόψη του το ύψος από το οποίο πέφτει ένα σώμα στη μελέτη του της κίνησης των σωμάτων και θεώρησε το φως υλική απορροή στην οπτική.

Το κεφάλαιο τελειώνει με την επαναφορά των ερωτημάτων που τέθηκαν από τους Προσωκρατικούς και τον Πλάτωνα. όπως αυτά τροποποιήθηκαν από τους Περιπατητικούς, τους Επικούρειους και τους Στωικούς. Αυτό το ζήτημα, σε μια διαφορετική μορφή, αλλά με ίδιο τον κύριο πυρήνα, με απασχολεί και εμένα σήμερα, δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια μετά.

Οι Ατομικοί φιλόσοφοι έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα του τυχαίου ως τρόπο λειτουργίας της φύσης. Ο Πλάτωνας αντέδρασε έντονα και μίλησε για λογικότητα πίσω από την τάξη της φύσης. Ο Αριστοτέλης κινήθηκε στο πλαίσιο του δασκάλου του και μίλησε για τελικά αίτια, βάζοντας την τελεολογία στο τραπέζι, έναν τρόπο σκέψης από τον οποίο είδαμε και πάθαμε να γλιτώσουμε. Και τώρα έρχονται οι Επικούρειοι να υπερασπιστούν τους Ατομικούς και να χρησιμοποιήσουν την ατομική φυσική φιλοσοφία για να απομαγεύσουν τον κόσμο και να εξουδετερώσουν τα αγωνιώδη ερωτήματα του ανθρώπου. Ξεδοντιάζοντας το θηρίο που λέγεται αγωνία πίστευαν πως θα οδηγούσαν τον άνθρωπο σε μια ισορροπημένη ζωή και στην ευτυχία.

Και ενώ η ατομική θεωρία φαίνεται να ακμάζει ξανά, έρχονται οι Στωικοί και φέρνουν τον... Πλάτωνα από το παράθυρο, αφού από τη μια δέχονται την υλικότητα ως τη μόνη φυσική πραγματικότητα, αλλά από την άλλη μιλούν για την ύπαρξη υλικού πνεύματος που συνέχει, δίνει της ιδιότητές της και οργανώνει την ύλη. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να απαντήσουν στο πρόβλημα της λογικότητας του κόσμου και προλείαναν το έδαφος για την διανοητική θεμελίωση του Χριστιανισμού.

Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Ο νους μας παράγει τάξη από τα δεδομένα που του παρέχει η φύση. Η τάξη αυτή είναι φαινομενική ή πραγματική; Είναι δηλαδή ένα προϊόν των αντιληπτικών μας περιορισμών, ή αποτελεί αντανάκλαση μιας βαθύτερης φυσικής πραγματικότητας, μιας φυσικής νομοτέλειας και έναν πραγματικό τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος; Και αν το σύμπαν λειτουργεί όντως έτσι, γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό το ερώτημα θα με απασχολήσει όσο κρατήσω αυτό το blog σε λειτουργία.

Τα πράγματα για τη μελέτη μας τώρα γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκα γιατί γίνεται μια απότομη στροφή στο τρενάκι της σκέψης και οι μεν Επικούρειοι μιλούν για τυχαίες ανεπαίσθητες κινήσεις των ατόμων οι οποίες δεν υπάγονται στην ανάγκη και προσπαθούν πάνω σε αυτά τα θολά νερά να χτίσουν χώρο για την ελευθερία της βούλησης, οι δε Στωικοί επειδή θεωρούν πως το πνεύμα είναι υλικής φύσης, διατυπώνουν την υπόθεση πως και το πνεύμα υπόκειται στους φυσικούς νόμους και τελικά υπερασπίζονται την αιτιοκρατία! Μπερδευτήκατε;

Είναι εκπληκτικό το πώς αναπτύχθηκε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Βλέπουμε φιλοσόφους να ασκούν κριτική στη σκέψη άλλων φιλοσόφων και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν τις δικές τους ιδέες, βλέπουμε μαθητές να αναθεωρούν τη σκέψη των διδασκάλων τους αλλά και να εμπνέονται από παλιότερους διδασκάλους για να δώσουν λύσεις σε φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής τους... Υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα από σχέσεις μεταξύ των ιδεών και αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Προς το παρόν, πάντως, έχουμε γεμίσει ερωτήματα. Λέτε η μελέτη της σύγχρονης φυσικής να μου δώσει τις απαντήσεις που ζητάω;

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Η δύναμη και τα όρια του λόγου


Αν υπάρχει κάποιος στην Αρχαιότητα που προσεγγίζει στο μοντέλο του Homo Universalis της Αναγέννησης, αυτός είναι ο Αριστοτέλης. Ξέρουμε ότι έχει γράψει συγγράμματα φοβερού εύρους και εμβρίθειας. Και όμως, αυτά που σώζονται είναι ένα μικρό μέρος από το σύνολο των έργων που του αποδίδονται. Ασχολήθηκε με όλες τα διανοητικά ερωτήματα της εποχής του, με όλους τους κλάδους της γνώσης, ενώ θεμελίωσε αρκετούς επιστημονικούς κλάδους και επισκίασε την επιστήμη για αιώνες με το μέγεθος της διανοίας του.

Αποδέχτηκε τις βασικές αρχές του Πλάτωνα και δημιούργησε ένα πολύπλευρο έργο που άφησε τη σφραγίδα του στην ιστορία του Δυτικού πνεύματος μέχρι την Επιστημονική Επανάσταση. Το κεφάλαιο του Lindberg περιγράφει με σαφήνεια -και αυτό είναι μια μεγάλη αρετή για ένα τέτοιο βιβλίο- τις βασικές διδασκαλίες του Αριστοτέλη, τις αρχές πίσω από τις υποθέσεις του και τη σχέση του με τα μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής. Επιτέλους καταλαβαίνουμε σε γενικές γραμμές τι θα έπρεπε να πολεμήσει η ανθρώπινη σκέψη με την Επιστημονική Επανάσταση για να θέσει τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σαν καλός σκεπτικός, επικρίνω την ταύτιση πολλών υποθέσεων που διατύπωσε ο Αριστοτέλης με την αλήθεια καθ' αυτή. Είναι άλλο πράγμα μια επιστημονική υπόθεση, και άλλο ένα δόγμα, όσο λογικοφανές και αν είναι. Αν κάτι μας δίδαξε η ιστορία των αιώνων που πέρασαν είναι πως οι βεβαιότητες ακόμα και μιας ολόκληρης εποχής αποδεικνύονται γεμάτες τρύπες και προβλήματα αν τις κοιτάξει κανείς με το πέρασμα του χρόνου. Καταλαβαίνω όμως τη γοητεία που ασκεί μια πεποίθηση και τη δυσκολία να ξεχωρίζει κανείς συνεχώς και με σαφήνεια μια επιστημονική υπόθεση από την φυσική αλήθεια.

Δεν μπορώ παρά να παρασυρθώ και να φανταστώ τι θα γινόταν αν ο Αριστοτέλης ήταν περισσότερο πυρρωνιστής παρά πλατωνιστής. Τι ώθηση θα δινόταν στην επιστημονική αναζήτηση αν η υπόθεση και η αυτοκριτική είχε πάρει τη θέση που απέκτησε τελικά το δόγμα μέσα στο μυαλό των ανθρώπων που ακολούθησαν. Ένας Καρνεάδης με την εμβέλεια και το ακαταπόνητο ερευνητικό ενδιαφέρον του Αριστοτέλη θα είχε φέρει τα πάνω - κάτω στη Γη. Ας ξαναγυρίσω όμως στα... γήινα και ας αφήσω τις ονειροπολήσεις για αργότερα.

Πέρα από τις πληροφορίες για την εργασία και την προσφορά του Αριστοτέλη στην βιολογία, την ζωολογία, την βοτανική, την ψυχολογία, την ορυκτολογία, την μετεωρολογία, την σεισμολογία, την φυσική και την κοσμολογία, το βιβλίο θέτει πάλι το ερώτημα που συναντήσαμε και στον Πλάτωνα: Ο κόσμος είναι προϊόν τύχης, όπως ήθελαν οι ατομικοί, ή είναι δομημένος λογικά; Και τι σημαίνει αυτό το λογικά; Είναι φοβερό πως τόσες χιλιάδες χρόνια μετά τη διατύπωση του ερωτήματος, ακόμα δεν μπορούμε να δώσουμε μια σαφή και οριστική απάντηση. Ποια είναι η φύση των φυσικών νόμων στη σύγχρονη φυσική; Αυτό είναι ένα συναρπαστικό ερώτημα που θα με απασχολεί όσο μαθαίνω τη σύγχρονη επιστήμη.

Όσο ενδιαφέρον και αν παρουσιάζουν οι ιστορικές λεπτομέρειες της διδασκαλίας του, για τη μορφή και την ύλη, για το γενικό και το ειδικό, για τις πέντε ουσίες και τα πρώτα κινούντα, για την αιωνιότητα του σύμπαντος, για την ελαφρότητα ως θετική ιδιότητα όπως ακριβώς και το βάρος, για τις πενήντα πέντε πλανητικές σφαίρες και την περίμετρο της σφαιρικής Γης, για την κίνηση υπό αντίσταση και για τους λόγους που τα αντικείμενα κινούνται, ακόμα πιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόοδος που έχει γίνει από τότε και το πώς μπορούμε να διδαχτούμε από την αλλαγή στην κοσμοαντίληψη που συνέβη για να κριτικάρουμε τη δικιά μας αντίληψη για το σύμπαν.

Το πόσο λάθος είχαν τα λογικά επιχειρήματα μιας διάνοιας όπως ο Αριστοτέλης προσφέρει μάθημα σημαντικό σε εμάς: η διαρκής κριτική των ιδεών μας είναι επιβεβλημένη. Δεν μπορούμε να επαναπαυόμαστε σε "κοινούς τόπους" και λογικές νομοτέλειες. Διατυπώνουμε υποθέσεις και πρέπει να τις ελέγχουμε από χίλιες, όχι, από μύριες, μεριές αν θέλουμε να προσεγγίσουμε την επιστημονική αλήθεια. Πρέπει ακόμα να αποδεχτούμε πως είναι εξαιρετικά εύκολο να μετατρέψουμε υποθέσεις σε δόγματα τα οποία θα αποδειχτούν τελικά λάθος και πως είμαστε παιδιά της εποχής μας, με τους περιορισμούς που ο ορίζοντάς της μας επιβάλλει. Σε μια δεδομένη στιγμή, περισσότερη σημασία έχει το κλίμα της υγιούς αμφισβήτησης, παρά η πεποίθηση για την ορθότητα των ιδεών μας.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Χαμένοι στα βάθη των αιώνων


Οι αφετηρίες των ανθρώπινων προσπαθειών για την κατανόηση του κόσμου βρίσκονται χαμένες στα βάθη των αιώνων. Και είναι χαμένες γιατί η γραφή, αυτό το τόσο σημαντικό εργαλείο για την ιστορία των επιστημών, επινοήθηκε κάποια στιγμή ενώ οι άνθρωποι είχαν ήδη αναπτύξει μακραίωνες προφορικές παραδόσεις.

Όπως είδαμε στο κεφάλαιο για τους Προσωκρατικούς, και εκεί η έλλειψη γραπτών κειμένων δυσκολεύει την κατανόησή μας για την εξέλιξη των ιδεών. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για κοινωνίες διαφορετικές από τις αρχαιοελληνικές, κοινωνίες που αναπτύχθηκαν χωρίς τη γραφή αλλά και χωρίς όλα εκείνα τα επιτεύγματα που έρχονται με την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που ενδεχομένως και να οδηγεί στη γραφή.

Ο Lindberg καταφέρνει να ξυπνήσει το ενδιαφέρον μου για την ανθρωπολογία. Πώς ακριβώς σκέφτονταν οι πρωτόγονες φυλές, τι ακριβώς ήθελαν να πουν με τους μύθους που ανέπτυσσαν, τι μας δείχνει η επιστημονική μελέτη φυλών που ζουν χωρίς γραφή ακόμα και στις μέρες μας, τι μυστήρια κρύβει η Αφρική και η Νότια Αμερική; Αυτά τα ερωτήματα είναι συναρπαστικά και ίσως η βιβλιογραφία που παραθέτει ο Lindberg μου φανεί χρήσιμη στο μέλλον.

Τα ερωτήματα αυτά τα κάνει πιο ενδιαφέροντα η γλαφυρή αφήγηση των μύθων από τη Νότια Αφρική που περιλαμβάνονται στο καταπληκτικό Otherland του Tad Williams, ένα τετράτομο έργο που με συνεπήρε. Γιατί οι φυλές των ιθαγενών να φτιάξουν αυτούς τους μύθους; Πώς λειτουργούσε η σκέψη τους και τι γίνεται αν δούμε με σύγχρονο βλέμμα τις πανάρχαιες προφορικές παραδόσεις; Αλλά και ο προβληματισμός για τα Ομηρικά έπη και τη θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα βρίσκει με αυτό το κεφάλαιο γόνιμο έδαφος.

Ας αφήσουμε τις υποθέσεις για το βαθύ παρελθόν που δε γίνεται να μας αποκαλύψουν και πολλά, θα μου πείτε. Ωραία, αλλά ο Lindberg μας φέρνει μπροστά σε ακόμη περισσότερη ασάφεια. Θέλετε να κάνουμε επιστήμη; Ας κάνουμε, αλλά πρώτα πείτε μου τι είναι επιστήμη. Τι ακριβώς θέλετε να κάνουμε; Να μια συζήτηση εξαιρετικά δύσκολη αλλά και λεπτή, που η σημασία της είναι μεγάλη.

Αν ο ιστορικός της επιστήμης δυσκολεύεται να κάνει τη δουλειά του όταν δε γίνεται εύκολα να καθοριστεί ποιο κομμάτι της ανθρώπινης σκέψης είναι επιστήμη και ποιο όχι, ποια μέθοδος είναι επιστημονική και ποια όχι, ποια πρακτική εφαρμογή της θεωρίας παραμένει επιστήμη και ποια όχι, φανταστείτε τη δυσκολία του επιστήμονα εκείνου που συνειδητά προσπαθεί να δει τη φύση χωρίς το βάρος των προκαταλήψεων που του κληροδότησαν οι προηγούμενοι.

Γράφω αυτές τις γραμμές για την προσπάθεια για απροκατάληπτη και κριτική επιστημονική έρευνα και σκέφτομαι το ενδιαφέρον που θα παρουσιάζει η κοινωνιολογία της επιστήμης, αντικείμενο που αποτελεί και επιλεγόμενο μάθημα της ΣΕΜΦΕ. Είμαι περίεργος να δω πώς αναπτύσσεται ο σχετικός προβληματισμός και στο μάθημα αυτό. Ας ξαναγυρίσω όμως προς το παρόν στον Lindberg.

Πέρα από τις άφθονες αφορμές για προβληματισμό, μας δίνει και πολύτιμες πληροφορίες για τους αρχαίους Αιγύπτιους και τους Βαβυλώνιους. Το αριθμητικό σύστημα των Βαβυλωνίων, δεκαδικό μέχρι το 59 και με βάση το εξήντα από εκεί και πέρα είναι αρκετά ενδιαφέρον. Όπως επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι Βαβυλώνιοι είχαν αναπτύξει περισσότερο τα μαθηματικά από τους Αιγύπτιους οι οποίοι περιορίζονταν κυρίως σε γεωμετρικά προβλήματα, σε αντίθεση με τους Βαβυλώνιους οι οποίοι απασχολούνταν και με αλγεβρικά προβλήματα που όμως τα έλυναν με αριθμητικές μεθόδους ελλείψει άλγεβρας.

Το κεφάλαιο κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην ιατρική αυτών των λαών, ένα κράμα δεισιδαιμονίας και πρακτικής γνώσης. Είναι συναρπαστικό πώς ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργήσει σε πρακτικό επίπεδο και χωρίς αξιόλογη θεωρητική γνώση της πραγματικότητας. Μια εφαρμογή μπορεί να είναι σωστή ακόμα και όταν οι αρχές που έχει ο δρων άνθρωπος στο κεφάλι του είναι πέρα για πέρα λανθασμένες. Φυσικά αργά ή γρήγορα θα βρει μπροστά του ανυπέρβλητα εμπόδια. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη δημιουργία μιας κάποιας πρακτικής η οποία απαλύνει κάποια από τα προβλήματα που δημιουργούνται στη ζωή σε αυτές τις κοινωνίες.

Πώς θα ξεμπερδέψουμε το μπέρδεμα;


Στο κεφάλαιο για την πρώιμη ελληνική φιλοσοφία, ο Lindberg αποτυπώνει ανάγλυφα το μπέρδεμα που προκαλείται από τις αισθήσεις, τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας και μας δείχνει πώς οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπάθησαν να ξεμπερδέψουν το μπέρδεμα χρησιμοποιώντας τον λόγο, δηλαδή τη λογική, αφήνοντας παρακαταθήκη αιώνια για κάθε επιστήμονα αλλά και για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

Με τον λόγο ο επιστήμονας θα κρίνει τα δεδομένα των αισθήσεων, τις προκαταλήψεις που δημιουργούν τα συναισθήματα και τους διάφορους συλλογισμούς που παράγει το ανθρώπινο πνεύμα, σε μια προσπάθεια να φτάσει στην αλήθεια των πραγμάτων. Αυτή η προσέγγιση των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, αποτελεί επίτευγμα τεράστιας σημασίας για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Το κεφάλαιο ξεκινάει με τα ομηρικά έπη, τα οποία αποτελούν τον πυρήνα της παιδείας στην ελληνική αρχαιότητα. Ποια είναι η σχέση των επών με τις πεποιθήσεις του συγγραφέα και του κοινού του; Ποια είναι η σχέση της ποίησης με την φιλοσοφία; Τι είναι κυριολεξία και τι αποτελεί μεταφορά και απόδοση με έμμεσο τρόπο λογικών στοιχείων διαφορετικών από αυτών που δηλώνει η αποδοχή των κειμένων με την κυριολεκτική τους σημασία; Η λεπτότητα και η ευφυΐα του συγγραφέα δεν αφήνει χώρο για παρεξηγήσεις. Τα ομηρικά έπη μπορεί να δηλώνουν πρωτόγονες αντιλήψεις για την φύση, μπορεί όμως και να μην είναι τόσο πρωτόγονα όσο μια κυριολεκτική ανάγνωση δείχνει. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα ποιες ήταν οι αντιλήψεις των ανθρώπων πίσω από τα έργα· αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε με τη λογοτεχνία.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας καταπιάνεται με τους προσωκρατικούς, για τους οποίους μπορεί να μην έχουμε πολλές αξιόπιστες λεπτομέρειες, γνωρίζουμε όμως ότι έστρεψαν τη σκέψη τους στη φύση, προβληματίστηκαν για το πώς μπορούμε να φτάσουμε στην αλήθεια όσον αφορά στη φύση, αναρωτήθηκαν για την αρχή του κόσμου και για τις αλλαγές που παρατηρούνται σε αυτόν και προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τη λογική για να εξηγήσουν τα φαινόμενα με τρόπο νατουραλιστικό, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερφυσικές εξηγήσεις.

Είναι οι αισθήσεις αξιόπιστες; Σε τι βαθμό; Ποια η θέση της λογικής στην προσπάθεια εξεύρεσης της αλήθειας; Αυτά τα ερωτήματα που τέθηκαν από τους αρχαίους απασχόλησαν τους φιλοσόφους για αιώνες. Επιχειρήματα υπέρ όλων των απόψεων τέθηκαν με πρωτοφανή δύναμη και η συζήτηση που διαμόρφωσε το πλαίσιο για τη μοντέρνα επιστήμη ξεκίνησε τότε. Είναι αρκετά ενδιαφέρον να βλέπει κανείς τον Παρμενίδη, πολύ πριν τον Καρτέσιο, να αμφισβητεί εντονότατα την αξιοπιστία των αισθήσεων και να προτάσσει τη λογική ως τη μόνη ασφαλή οδό προς την αλήθεια.

Υπάρχει θεμέλιος λίθος της πραγματικότητας και αν ναι, έχει υλική υπόσταση όπως πίστευαν οι προσωκρατικοί, ή άυλη υπόσταση όπως πίστευε ο Πλάτωνας; Παραμένοντας σε νατουραλιστικά πλαίσια το ερώτημα αυτό έχει ισχύ και στις μέρες μας, με θεωρίες που θέτουν την πληροφορία ως θεμέλιο λίθο της πραγματικότητας να μεταφέρουν ένα σημαντικό κομμάτι της σκέψης του Πλάτωνα στη σύγχρονη εποχή. Ποια είναι η φύση των στοιχειωδών σωματιδίων και τι ακριβώς αντιπροσωπεύει μια κυματοσυνάρτηση; Το debate είναι τόσο σημαντικό από επιστημονικής άποψης σήμερα όσο ήταν και τον καιρό εκείνο.

Τι είναι αυτό που δημιουργεί φαινομενική τάξη στον κόσμο; Ποια είναι η φύση της τάξης αυτής; Πρόκειται μόνο για έναν περιορισμό της αντιληπτικής μας ικανότητας; Αποδίδει την πραγματικότητα; Και αν την αποδίδει, τότε αυτό συμβαίνει τυχαία, με μια τυφλή βεβαιότητα, όπως πίστευαν οι προσωκρατικοί, ή γίνεται έλλογα, ό,τι και αν σημαίνει αυτό, όπως αντέτασσε ο Πλάτωνας;

Πολλοί σύγχρονοι επιστήμονες δεν έχουν τα ερωτήματα αυτά μέσα στον διανοητικό τους ορίζοντα. Ασφαλώς μια πλειάδα λόγων αποτελούν την αιτία για αυτό το πράγμα. Από την πίεση της δουλειάς, της καθημερινότητας και των γρήγορων ρυθμών της ζωής, μέχρι το χαμηλό επίπεδο με το οποίο μπορεί κανείς να περάσει σε μια σχολή φυσικών επιστημών και τους μεγάλους αριθμούς εισακτέων αλλά και το γεγονός ότι τα φιλοσοφικά ερωτήματα έχουν τεθεί στο περιθώριο της ζωής, όλα αυτά οδηγούν πολλούς επιστήμονες στο σοβαρό λάθος να αγνοούν τον προβληματισμό που προσπαθεί να εξηγήσει τη φυσική πραγματικότητα και να φωτίσει τη φυσική σημασία των μαθηματικών και των μη μαθηματικών μοντέλων που κατασκευάζονται για την περιγραφή των φαινομένων του φυσικού κόσμου.

Οι μεγαλύτεροι επιστήμονες του προηγούμενου αιώνα, άνθρωποι όπως ο Einstein και ο Bohr, ο Heisenberg και ο Schrödinger, είχαν αναπτύξει έντονο προβληματισμό σχετικά με αυτά τα ζητήματα και ήταν αρκετά διαβασμένοι όσον αφορά στη φιλοσοφία και την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Προσωπικά θεωρώ πως ο φυσικός επιστήμονας πρέπει να έχει διαρκώς στο μυαλό του το ερώτημα για το ποια είναι η φυσική σημασία των υποθέσεων που διατυπώνει. Στόχος του, έστω και απώτερος, αλλά πάντως συνειδητός, πρέπει να είναι η εξήγηση της φυσικής πραγματικότητας.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Ερωτήματα, περισσότερα ερωτήματα!


Το κεφάλαιο του Lindberg για τις μαθηματικές επιστήμες στην ελληνική αρχαιότητα θέτει άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα. Ποια είναι η σχέση των μαθηματικών με τον κόσμο; Ποια πρέπει να είναι η σχέση των μαθηματικών με τη φυσική; Αυτά τα κεφαλαιώδη ερωτήματα πρέπει να μελετηθούν εξονυχιστικά πριν μπορέσουμε να πούμε πως η φυσική μας δίνει ουσιαστικές απαντήσεις για τη φύση του κόσμου.

Από τους Πυθαγόρειους, που πίστεψαν στη δύναμη των αριθμών, μέχρι τον Πλάτωνα που επεξεργάστηκε τη σημασία των άρρητων αριθμών που οι Πυθαγόρειοι ανακάλυψαν και αντικατέστησε τους αριθμούς με τα γεωμετρικά σχήματα ως πυρήνα του φυσικού κόσμου, οι αρχαίοι Έλληνες μαθηματικοί έθεσαν τα ερωτήματα που μας απασχολούν ως τις μέρες μας. Πώς να μελετήσουμε τη φύση; Τι θέση παίζουν τα μαθηματικά στη μελέτη της φύσης; Έχουν περιγραφική ή και εξηγητική ισχύ; Πώς θα ξεχωρίσουμε πότε ένα μαθηματικό μοντέλο είναι μια προσέγγιση ενός φυσικού φαινομένου, πότε περιγράφει απλώς το φαινόμενο και πότε εξηγεί τη φυσική πραγματικότητα που αποτελεί το υπόστρωμα για το φαινόμενο;

Οι συχνές μεταθέσεις της οπτικής με την οποία βλέπουμε τα πράγματα αποτελούν χρήσιμο μάθημα για τη σύγχρονη επιστήμη, μάθημα που το ανακαλύψαμε ξανά με τη σχετικότητα της κίνησης αλλά και τη σχετικότητα των μετρήσεων για το μήκος και τη χρονική διάρκεια. Έτσι, το θεμελιώδες ερώτημα αν το μαθηματικό μοντέλο που προκύπτει από την παρατήρηση των κινήσεων των πλανητών από την επιφάνεια της Γης έχει απλά προγνωστική ισχύ ή αν όντως εξηγεί πώς κινούνται οι πλανήτες, αν δηλαδή αυτά που βλέπουμε από τη Γη συμβαίνουν έτσι όπως τα βλέπουμε, ή αν τα φαινόμενα αντανακλούν τη σχετική κατάσταση του παρατηρητή, ο οποίος εμπλέκεται σε άλλες κινήσεις και αποτελεί μέρος φαινομένων που δεν γνωρίζει, δίνει χρήσιμα μαθήματα για τον επιστήμονα κάθε εποχής που προσπαθεί να βγάλει επιστημονικά συμπεράσματα από τις παρατηρήσεις του.

Η ιστορία του Ευδόξου, με το μαθηματικό μοντέλο το οποίο πρότεινε για την κίνηση των πλανητών, και στο οποίο ο Αριστοτέλης απέδωσε φυσική πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα διδακτική, κυρίως τη στιγμή που ο αριστοτελισμός που προέκυψε από την μακραίωνη επεξεργασία των γνωμών του Αριστοτέλη επισκίασε την επιστημονική αναζήτηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Αλλά και η ιστορία του Αρίσταρχου, που πρότεινε ένα σωστό μοντέλο χωρίς όμως να μπορεί να αποδείξει ότι το μοντέλο του ήταν το σωστό και τα άλλα μοντέλα ήταν λάθος, έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Άλλωστε συχνά ξεχνάμε τις δυσκολίες που παρουσιάζει κάθε εποχή όταν κοιτάμε τα πράγματα με τη ματιά εκείνου που ξέρει πώς θα εξελιχθεί η επιστήμη.

Ολόκληρο το κεφάλαιο θέτει το ζήτημα των εφαρμοσμένων μαθηματικών, ζήτημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μια σχολή όπως η ΣΕΜΦΕ. Πώς εφαρμόστηκαν τα μαθηματικά στην αστρονομία, την κοσμολογία, την οπτική, τη μηχανική αλλά και πώς μπορούν να εφαρμοστούν σήμερα σε μια πλειάδα αντικειμένων; Αυτό το θέμα έχει τεράστια πρακτική σημασία για τη ζωή στη σύγχρονη κοινωνία, μιας και οι πρακτικές εφαρμογές των μαθηματικών έχουν μεγάλες επιπτώσεις στις ζωές των ανθρώπων.

Τέλος, οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης μας δίνουν άφθονες πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο του Πτολεμαίου για την κίνηση των πλανητών, με τους έκκεντρους κύκλους, τους επίκυκλους και τους εξισωτές, ώστε να μπορέσουμε πια να κατανοήσουμε όλα αυτά που διαβάζαμε στην Καταγωγή της Επιστήμης για την αλλαγή στην επιστημονική σκέψη που συντελέστηκε με την επιστημονική επανάσταση.

Κάθε επιστήμονας πρέπει να προβληματιστεί βαθιά σχετικά με τα θέματα που θίγονται σε αυτό το κεφάλαιο. Προσωπικά είμαι περίεργος αν μπορεί να βγει μια άκρη με τη μελέτη της σύγχρονης φυσικής, την οποία αναμένω με έντονο ενδιαφέρον.