Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Τυχαίο ή όχι;


Πώς αποκτάται η παιδεία; Πώς μεταφέρεται η γνώση; Ποια είναι η σημασία της οργανωμένης εκπαίδευσης ως θεσμού για την ανάπτυξη της επιστήμης; Με αυτόν τον προβληματισμό ξεκινά το κεφάλαιο για την επιστήμη στην ελληνιστική εποχή, μια εποχή στην οποία ανθούν οι σχολές που ίδρυσαν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, ενώ ακόμα ακμάζουν καινούριες σχολές, που ιδρύονται και αυτές στην Αθήνα, από τον Επίκουρο και τον Ζήνωνα, λίγο πριν το κέντρο της μόρφωσης μεταφερθεί στην Αλεξάνδρεια, την νέα μητρόπολη του ενοποιημένου κόσμου που δημιούργησε ο Αλέξανδρος.

Όταν αναλογίζεται κανείς πως από την έλευση των σοφιστών, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα περάσαμε, δια του Σωκράτη, στον Πλάτωνα και την Ακαδημία και στον Αριστοτέλη και το Λύκειο, πως μέσα σε μερικές γενιές συντελέστηκε έκρηξη στην παιδεία, στη φιλοσοφία και την επιστήμη, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί σχετικά με τις συνθήκες που ευνόησαν την εξέλιξη αυτή, μια εξέλιξη μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία, τόσο που να μιλάμε για Ελληνικό Θαύμα.

Εύλογο ενδιαφέρον γεννάει και η μετάβαση του κέντρου της μόρφωσης από την Αθήνα, δια του Δημητρίου του Φαληρέα και του Μουσείου, στην Αλεξάνδρεια όπου την επιστημονική ανάπτυξη πήραν υπό την προστασία τους οι Πτολεμαίοι, αρχίζοντας μια παράδοση που θα την συνέχιζαν και μερικοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, βάζοντας τα θεμέλια για τις μοντέρνες κρατικές επιχορηγήσεις στην έρευνα και την επιστήμη.

Στη συνέχεια παρουσιάζεται το ζήτημα της σχέσης των μαθητών προς τον διδάσκαλο. Από ό,τι φαίνεται, οι αρχαίοι Περιπατητικοί δεν είχαν ταμπού το να διορθώσουν τον Αριστοτέλη. Τόσο ο Θεόφραστος, όσο και ο Στράτωνας, διάδοχοι του Αριστοτέλη στη διοίκηση του Λυκείου, διατύπωσαν θεωρίες που διέφεραν από αυτές του δασκάλου τους, ενώ απέρριψαν ό,τι θεωρούσαν ότι δεν είναι σωστό από τη διδασκαλία του Αριστοτέλη.

Έτσι, βλέπουμε τον Θεόφραστο, ο οποίος με την αγορά ακινήτων επέκτεινε το Λύκειο και βοήθησε στην εξασφάλιση μιας συνεχούς παρουσίας Περιπατητικών στην Αθήνα, να αμφισβητεί την τελεολογική θεωρία του δασκάλου του και να αφήνει χώρο στο τυχαίο κατά τη λειτουργία του σύμπαντος, να μη θεωρεί τη φωτιά στοιχείο και να διατυπώνει εναλλακτική θεωρία της όρασης.

Την ίδια οδό ακολούθησε και ο διάδοχός του Στράτωνας, ο οποίος απέρριψε την έννοια της ελαφρότητας και διατύπωσε την ιδέα πως τα σώματα διαφέρουν ανάλογα με το βάρος τους, με τα πιο ελαφριά να είναι λιγότερο βαριά από τα πιο βαριά, ενώ δέχτηκε την ύπαρξη μικροσκοπικών κενών που θα εξηγούν την ελαστικότητα των υλικών, την αραίωση και την συμπίεση. Παράλληλα, έλαβε υπόψη του το ύψος από το οποίο πέφτει ένα σώμα στη μελέτη του της κίνησης των σωμάτων και θεώρησε το φως υλική απορροή στην οπτική.

Το κεφάλαιο τελειώνει με την επαναφορά των ερωτημάτων που τέθηκαν από τους Προσωκρατικούς και τον Πλάτωνα. όπως αυτά τροποποιήθηκαν από τους Περιπατητικούς, τους Επικούρειους και τους Στωικούς. Αυτό το ζήτημα, σε μια διαφορετική μορφή, αλλά με ίδιο τον κύριο πυρήνα, με απασχολεί και εμένα σήμερα, δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια μετά.

Οι Ατομικοί φιλόσοφοι έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα του τυχαίου ως τρόπο λειτουργίας της φύσης. Ο Πλάτωνας αντέδρασε έντονα και μίλησε για λογικότητα πίσω από την τάξη της φύσης. Ο Αριστοτέλης κινήθηκε στο πλαίσιο του δασκάλου του και μίλησε για τελικά αίτια, βάζοντας την τελεολογία στο τραπέζι, έναν τρόπο σκέψης από τον οποίο είδαμε και πάθαμε να γλιτώσουμε. Και τώρα έρχονται οι Επικούρειοι να υπερασπιστούν τους Ατομικούς και να χρησιμοποιήσουν την ατομική φυσική φιλοσοφία για να απομαγεύσουν τον κόσμο και να εξουδετερώσουν τα αγωνιώδη ερωτήματα του ανθρώπου. Ξεδοντιάζοντας το θηρίο που λέγεται αγωνία πίστευαν πως θα οδηγούσαν τον άνθρωπο σε μια ισορροπημένη ζωή και στην ευτυχία.

Και ενώ η ατομική θεωρία φαίνεται να ακμάζει ξανά, έρχονται οι Στωικοί και φέρνουν τον... Πλάτωνα από το παράθυρο, αφού από τη μια δέχονται την υλικότητα ως τη μόνη φυσική πραγματικότητα, αλλά από την άλλη μιλούν για την ύπαρξη υλικού πνεύματος που συνέχει, δίνει της ιδιότητές της και οργανώνει την ύλη. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να απαντήσουν στο πρόβλημα της λογικότητας του κόσμου και προλείαναν το έδαφος για την διανοητική θεμελίωση του Χριστιανισμού.

Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Ο νους μας παράγει τάξη από τα δεδομένα που του παρέχει η φύση. Η τάξη αυτή είναι φαινομενική ή πραγματική; Είναι δηλαδή ένα προϊόν των αντιληπτικών μας περιορισμών, ή αποτελεί αντανάκλαση μιας βαθύτερης φυσικής πραγματικότητας, μιας φυσικής νομοτέλειας και έναν πραγματικό τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος; Και αν το σύμπαν λειτουργεί όντως έτσι, γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό το ερώτημα θα με απασχολήσει όσο κρατήσω αυτό το blog σε λειτουργία.

Τα πράγματα για τη μελέτη μας τώρα γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκα γιατί γίνεται μια απότομη στροφή στο τρενάκι της σκέψης και οι μεν Επικούρειοι μιλούν για τυχαίες ανεπαίσθητες κινήσεις των ατόμων οι οποίες δεν υπάγονται στην ανάγκη και προσπαθούν πάνω σε αυτά τα θολά νερά να χτίσουν χώρο για την ελευθερία της βούλησης, οι δε Στωικοί επειδή θεωρούν πως το πνεύμα είναι υλικής φύσης, διατυπώνουν την υπόθεση πως και το πνεύμα υπόκειται στους φυσικούς νόμους και τελικά υπερασπίζονται την αιτιοκρατία! Μπερδευτήκατε;

Είναι εκπληκτικό το πώς αναπτύχθηκε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Βλέπουμε φιλοσόφους να ασκούν κριτική στη σκέψη άλλων φιλοσόφων και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν τις δικές τους ιδέες, βλέπουμε μαθητές να αναθεωρούν τη σκέψη των διδασκάλων τους αλλά και να εμπνέονται από παλιότερους διδασκάλους για να δώσουν λύσεις σε φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής τους... Υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα από σχέσεις μεταξύ των ιδεών και αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Προς το παρόν, πάντως, έχουμε γεμίσει ερωτήματα. Λέτε η μελέτη της σύγχρονης φυσικής να μου δώσει τις απαντήσεις που ζητάω;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου