Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Να μορφωθούμε, αλλά πώς;


Το πρώτο πράγμα που βλέπουμε από την ιστορία της μεσαιωνικής επιστήμης είναι πως όταν οι συνθήκες στην δυτική Ευρώπη ομαλοποιήθηκαν, όταν βρέθηκε μια σταθερότητα η οποία ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ειρήνη, τότε δημιουργήθηκαν και οι προϋποθέσεις να αναπτυχθεί ξανά η παιδεία. Στο τέλος του όγδοου αιώνα, ο Καρλομάγνος ξεκινά μια αναγέννηση στον χώρο της μόρφωσης που είχε παρακμάσει με την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση. Ο Αλκουίνος, μαθητής του Βέδα, καλείται από την Ιρλανδία να διαμορφώσει το πρόγραμμα της σχολής που ιδρύει ο Κάρολος, στην οποία κυριαρχεί το θεολογικό στοιχείο αλλά διδάσκονται και οι περίφημες ελευθέριες τέχνες, μια σχολή και μια μορφωτική προσπάθεια που γρήγορα δίνει καρπούς.

Προτού όμως περάσουμε στους καρπούς του έργου του Αλκουίνο, πρέπει να σημειώσουμε πως η έμφαση που δόθηκε στην θεολογία έχει και έναν αναγκαστικό χαρακτήρα, μιας και το μεγαλύτερο μέρος της παιδείας των αρχαίων μη χριστιανών συγγραφέων δεν ήταν διαθέσιμο στην κοινωνία του Καρλομάγνου. Με την εξαίρεση των ελάχιστων έργων που είδαμε, στην διαθέσιμη γραμματεία κυριαρχούν θεολογικά έργα των λατινόφωνων πατέρων. Το υπάρχον υλικό, σε συνδυασμό με τα ενδιαφέροντα της εποχής, ανάγκασαν την εκπαίδευση να λάβει τη μορφή που τελικά έλαβε.

Τον επόμενο αιώνα, σημειώνεται η συμβολή του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη, ο οποίος μετέφρασε τον ψευδο-Διονύσιο στα λατινικά. Τα κείμενα του ψευδο-Διονυσίου είναι εξαιρετικής ποιότητας θεολογικά κείμενα που επηρέασαν καθοριστικά την πνευματική ζωή σε Ανατολή και Δύση. Επειδή στην παρούσα ανάρτηση επικεντρωνόμαστε στη δυτική Ευρώπη, αρκεί να πούμε πως η μετάφραση των αρεοπαγιτικών κειμένων στα λατινικά έφερε στο προσκήνιο σημαντικές ιδέες από την νεοπλατωνική φιλοσοφία, οι οποίες πήραν κεντρική θέση στην πορεία που ακολούθησε η σκέψη των διανοουμένων στη Δύση. Ο Εριγένης προσπάθησε να συνθέσει την νεοπλατωνική με την χριστιανική φιλοσοφία και σχολίασε επίσης το διαδεδομένο εκλαϊκευτικό έργο του Μαρτιανού Καπέλλα όπου παρουσιάζεται συνοπτικά και σε αδρές γραμμές ένα κομμάτι της αρχαίας επιστήμης και σκέψης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης και στον άνθρωπο που αργότερα έγινε ο Πάπας Σιλβέστρος ο Β', έναν άνθρωπο που παράλληλα με την εκκλησιαστική του καριέρα καλλιέργησε ένα πάθος για τα μαθηματικά και την αστρονομία, και που δε δίστασε να διασχίσει τα Πυρηναία για να έρθει σε επαφή με την αραβική μαθηματική σκέψη. Ως Πάπας προσπάθησε να ευνοήσει την μαθηματική παιδεία και η σταδιοδρομία του δείχνει ανάγλυφα τις συνέπειες που είχε, σε βάθος χρόνου, το μορφωτικό έργο του Καρλομάγνου και των διαδόχων του.

Θα μου πεις, γιατί κάθομαι τώρα και λέω ονόματα άγνωστα στους περισσότερους. Τι το ενδιαφέρον έχει δηλαδή μια μετάφραση μερικών μικρών βιβλίων ενός χριστιανού θεολόγου και ένας Πάπας που είναι και μέτριος μαθηματικός; Κάθομαι βραδιάτικα και γράφω αυτά που γράφω γιατί από πίσω τους βρίσκεται ολόκληρος προβληματισμός.

Πόσο σημαντική είναι η πολιτική, κοινωνική και οικονομική σταθερότητα στην ανάπτυξη της μόρφωσης; Ποια η σημασία της αστάθειας και της φτώχειας στην πτώση του μορφωτικού επιπέδου;

Τι μπορεί να κάνει ένας κατάλληλα πεπαιδευμένος άνθρωπος όταν βρει άφθονη οικονομική και πολιτική υποστήριξη; Πόσο σημαντική είναι η πολιτική παρέμβαση για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης;

Ποια η σημασία ενός υψηλής ποιότητας κειμένου όταν το επίπεδο της παιδείας είναι πολύ χαμηλό; Τι επίδραση μπορούν να έχουν ορισμένα σπουδαία κείμενα σε μια διανοητικά φτωχή εποχή; Αυτό είναι ένα ερώτημα που βρίσκεται σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα με την επίδραση που είχαν τα σωζόμενα κείμενα των αρχαίων και αυτά που ανακτήθηκαν από τους Άραβες και τους Βυζαντινούς.

Ποια η σημασία ανθρώπων με φιλομάθεια και επιστημονικά ενδιαφέροντα σε θέσεις ισχύος για την ανάπτυξη της επιστήμης και της μόρφωσης; Ποια η επίδραση της θρησκευτικής εξουσίας στην εξέλιξη των επιστημών; Ποια η σχέση μεταξύ καριέρας και χόμπι;

Και από αυτά τα ερωτήματα, περνάμε στη σχέση της ανάπτυξης των πόλεων με την αναγέννηση της μόρφωσης. Μετά την εποχή που δέσποζαν μερικά μοναστήρια στον τομέα της μόρφωσης, τώρα αναπτύσσονται σχολές, αλλού σε καθεδρικούς ναούς και αλλού όχι, πάντως μέσα στις πόλεις και εκτός μοναστηριών. Το Παρίσι, η Μπολόνια και η Οξφόρδη αποτελούν το αποκορύφωμα μιας κίνησης που ξεκινά από την Laon,την Rheims, την Chartres και την Ορλεάνη.

Στις σχολές αυτές η μόρφωση λαμβάνει χώρα γύρω από τα μεγάλα αρχαία κείμενα που είχαν διαθέσιμα οι κοινωνίες αυτές. Η Βίβλος, μερικοί Πατέρες της Εκκλησίας, ο Τίμαιος του Πλάτωνα, τα Λογικά του Αριστοτέλη, ο Μαρτιανός Καπέλλα και ο Μακρόβιος και μερικοί Ρωμαίοι ποιητές, ρήτορες και φιλόσοφοι αποτελούν το επίκεντρο των πνευματικών ενδιαφερόντων των διανοουμένων της εποχής. Αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την επανάσταση που έφερε η ανάκτηση των κειμένων του Αριστοτέλη αργότερα. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει μια εκπαιδευτική προσπάθεια. τη στιγμή που υπάρχει ένα υψηλής ποιότητας ταμείο γνώσεως, είναι πολύ φυσικό να επικεντρωθούν οι προσπάθειες σε αυτό και να προσπαθήσουν οι διανοούμενοι να χτίσουν πάνω σε αυτό, πράγμα που μας κάνει να σκεφτούμε ακόμη περισσότερα ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Πόσο περιορίζει αυτή η "μαθητεία" στις αυθεντίες την ανθρώπινη σκέψη; Αλλά και πόσο τυφλή είναι η ανθρώπινη σκέψη ελλείψει τέτοιων αυθεντιών που θέτουν κατευθύνσεις πάνω στις οποίες θα κινηθεί η σκέψη; Αυτά τα ερωτήματα αφορούν τόσο τον Μεσαιωνικό κόσμο, όσο τον Ισλαμικό πολιτισμό αλλά και την δική μας επιστήμη και τους δρόμους που έχει πάρει τους τελευταίους αιώνες.

Η δε επίδραση του ελληνικού τρόπου σκέψης, δηλαδή της λογικής συζήτησης των ιδεών, κυρίως με την επίδραση του Αριστοτέλη, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η διδασκαλία στη Μεσαιωνική Δύση και κατ' επέκταση στη σύγχρονη επιστήμη. Από τη στιγμή που έχει γίνει αποδεκτό πως η λογική θα χρησιμοποιηθεί ως τρόπος ελέγχου των διαφόρων διδασκαλιών, η σκέψη έχει κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την πρόοδο.

Μη φανταστείτε όμως πως ο ορθολογισμός του Μεσαίωνα ήταν σκέτος ορθολογισμός. Συνοδευόταν από την πεποίθηση της κατοχής της απόλυτης αλήθειας μέσω της χριστιανικής θρησκείας και την αυτοπεποίθηση που αυτό έδινε. Η λογική χρησιμοποιήθηκε με συγκεκριμένους τρόπους και σε συγκεκριμένες υποθέσεις· υπήρχε ένα πλήρες μη-λογικό υπόβαθρο που δημιουργούσε την ατμόσφαιρα στην οποία λειτουργούσε η λογική. Έτσι, θεολόγοι "αποδείκνυαν" την ύπαρξη του Θεού, ή "συμβίβαζαν" τα ασυμβίβαστα, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που τους φαίνονταν λογικά αλλά φυσικά δεν υπαγορεύονταν από τη λογική. Ο ορθός λόγος από τον απλό λόγο, ακόμα και από τον εύλογο λόγο, έχει μεγάλη διαφορά και αυτό είναι άλλο ένα χρήσιμο μάθημα που παίρνουμε από την μεσαιωνική ιστορία της δυτικής σκέψης.

Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο ενθουσιασμός που δημιουργήθηκε γύρω από τον ορθό λόγο, έστω και αν αποδείχτηκε τελικά διαλυτικός για την χριστιανική πίστη εκπρόσωποι της οποίας τον αγκάλιασαν, έδωσε τεράστια ώθηση στον δυτικό πολιτισμό, καθιστώντας τον τον πιο δυναμικό πολιτισμό στον πλανήτη. Η επιστημονική επανάσταση, καθώς και η επανάσταση στους θεσμούς και τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας παραμένουν επιτεύγματα αξεπέραστα στις μέρες μας.

Περιττό να πούμε πως το κύριο μέρος των συζητήσεων που έλαβαν χώρα στον χώρο των διανοουμένων είχε να κάνει με θεολογικά ζητήματα. Η κοινωνία ήταν θεοκρατική, επομένως η θεολογία κυριαρχούσε στην σκέψη. Παρόλα αυτά, με την επίδραση των πλατωνικών ιδεών η σκέψη πολλών διανοουμένων της εποχής κατάφερε να ξεπεράσει τον βασικό σκόπελο που έθετε η θρησκεία, περιορίζοντας τον ρόλο του θεού στη δημιουργία του κόσμου. Όπως ένας σπόρος αφήνεται μόνος του και μεγαλώνει "φυσιολογικά", έτσι και το σύμπαν κάτω από τις αρχικές προδιαγραφές που έθεσε μια υποτιθέμενη θεότητα λειτουργεί "φυσιολογικά" και άρα εμείς μπορούμε να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα μέσω της επιστήμης.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η διάκριση μεταξύ θεολογίας και φυσικής επιστήμης, αν και όχι απόλυτη, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την μετέπειτα ανάπτυξη της επιστήμης στη Δύση. Με το να φύγει ο θεός από το προσκήνιο στη φύση, άνοιξε ο δρόμος για την Αναγέννηση και την ανάπτυξη της επιστήμης.

Πάλι κάτω από την επίδραση του Πλατωνισμού, τα μαθηματικά (αλλά και η αστρολογία) ξαναήρθαν στην επιφάνεια, αλλά όχι με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα. Εκείνη την εποχή ήταν δεμένα με μη λογικές αντιλήψεις, μεταφέροντας ουσιαστικά μη λογικές ιδέες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων αιώνες μετά από την πρώτη τους ακμή.

Όμως η Ιστορία δεν έμεινε στον Πλάτωνα. Για λόγους που δεν μπορώ να διευκρινίσω, και που ενδεχομένως να είχαν να κάνουν με το εύρος της γνώσης που πρόσφερε ο Αριστοτέλης και το οικείο από την χριστιανική θρησκεία των μεταφυσικών αντικειμένων που δίδασκε ο Πλάτωνας, η Δύση εντυπωσιάστηκε από τον Αριστοτέλη. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η ανάπτυξη της μόρφωσης και σταθεροποιήθηκε η κατάσταση ώστε να μπορεί να γίνει αυτή δυνατή, η μετάφραση των έργων του Αριστοτέλη άνοιξε δρόμους στη δυτική σκέψη που μέχρι τότε κανείς δεν φανταζόταν ότι υπήρχαν.

Το μεταφραστικό έργο από τα ελληνικά στα λατινικά έγινε κυρίως στην Ιταλία και σε αυτό συνέβαλαν Βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι, ως ελληνόφωνοι, γνώριζαν τη γλώσσα των κειμένων. Άλλωστε, το Βυζάντιο δεν είχε χάσει ποτέ την παρακαταθήκη των αρχαίων, άσχετα αν η ελληνική φιλοσοφία είχε πολεμηθεί πολύ για θρησκευτικούς λόγους. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και άλλος ένας μεταφραστικός κόμβος, στην Ισπανία, όπου τα ελληνικά έργα μεταφράζονταν από τα αραβικά στα λατινικά. Άνθρωποι με πάθος για μάθηση δε δίσταζαν να ταξιδέψουν τεράστιες αποστάσεις για να αποκτήσουν πρόσβαση σε επιστημονικά ή φιλοσοφικά κείμενα, ή ακόμα και να μάθουν μια ξένη γλώσσα από το μηδέν για να μπορέσουν να μεταφράσουν κείμενα που θεωρούσαν σημαντικά στη γλώσσα τους.

Η μεταφραστική δραστηριότητα στον Μεσαίωνα μας επιτρέπει να θέσουμε το πρόβλημα των λαθών στη μετάφραση. Άλλωστε, φαίνεται ότι υπήρξε δημιουργική παρανόηση μερικών ιδεών του Έλληνα φιλοσόφου από τους λατινόφωνους διανοούμενους. Φυσικά, τα λάθη δεν αποτέλεσαν το τέλος μιας αναγεννητικής προσπάθειας, αλλά συνέβαλαν και αυτά στην πνευματική ανάπτυξη που συντελέστηκε. Η ανθρώπινη δημιουργικότητα αποδείχτηκε τόσο ισχυρή που προχώρησε μόνη της πέρα από το υλικό που ανέλαβε να κατανοήσει, υλικό που χρησιμοποίησε σαν βάση για να αναπτύξει τη δική της σκέψη.

Η ιστορία μας δείχνει τη σημασία που έχουν ορισμένοι σταθμοί στη μετάφραση των ελληνικών έργων, όπως είναι η εργασία του Κωνσταντίνου του Αφρικανού, ο οποίος αποσύρθηκε στο Μόντε Κασίνο και μετέφρασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό. Η εντύπωση που προκάλεσαν τα κείμενα αυτά, δημιούργησε την απαίτηση για περισσότερες μεταφράσεις. Ο ενθουσιασμός και το πάθος για τη γνώση, από τη στιγμή που θα καταναλώσουν τα πρώτα ποιοτικά έργα, οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη όρεξη για διεύρυνση της γνώσης.

Τι μεταφράστηκε; Γαληνός και Αριστοτέλης, Αβικέννας και Αβερρόης, Πτολεμαίος και Ευκλείδης... Η Δύση ανέκτησε μεγάλο μέρος από τη γνώση που είχε χαθεί και ξεκίνησε μια τιτάνια προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης, όπου η αυτοπεποίθηση που πρόσφερε η χριστιανική πίστη στάθηκε μάλλον χρήσιμη. Όταν έχεις αυτοπεποίθηση, προσπαθείς ξανά και ξανά να κατανοήσεις και να ερμηνεύσεις έργα που ξεπερνάνε την μέχρι τότε κουλτούρα σου και χρησιμοποιείς τη δημιουργικότητά σου παράγοντας πολιτισμό.

Η μεγάλη τομή για την πνευματική ζωή της Δύσης στον δωδέκατο αιώνα είναι η ανάπτυξη των πανεπιστημίων. Στην αρχή οι σχολές ήταν κινητές και δε δεσμεύονταν από τα όρια κάποιας πόλης ή από κτήρια. Αυτό συνέβαλε στην απόκτηση προνομίων, γιατί οι πόλεις ήθελαν να παραμείνουν σε αυτές τα μεγάλα πανεπιστήμια. Έτσι, τα πνευματικά ιδρύματα απέκτησαν αυτοτέλεια και αρκετή δύναμη, ενώ οι παρεμβάσεις άλλων στα εσωτερικά τους μειώθηκαν, με αποτέλεσμα η διδασκαλία και η πνευματική αναζήτηση να ανθίσουν (πάντα σε σύγκριση με το τι γινότανε μέχρι και τον ενδέκατο αιώνα).

Η συντεχνία (universitas) των διδασκόντων και διδασκομένων ζήτησε και πέτυχε υψηλή προστασία και έτσι, με τη βοήθεια Παπών, Αυτοκρατόρων και Βασιλιάδων οι οποίοι είχαν συνειδητοποιήσει τη ζωτική σημασία των ιδρυμάτων αυτών, τα Πανεπιστήμια απέκτησαν προνόμια φορολογικά, διοικητικά και άλλης φύσεως. Ιδιαίτερη ανάπτυξη είχαν τα Πανεπιστήμια της Μπολόνια, του Παρισιού και της Οξφόρδης, τα οποία αποτέλεσαν τα πρότυπα πάνω στα οποία αναπτύχθηκαν τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Έτσι, προϋπάρχουσες σχολές, στις οποίες διάφοροι καθηγητές που γύριζαν την Ευρώπη προσέλκυαν ποικίλο ακροατήριο και δίδασκαν με δική τους ευθύνη τα αντικείμενα στα οποία είχαν εντρυφήσει, σιγά σιγά αναδύθηκαν σε σεπτά εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρείχαν ανώτατου επιπέδου μόρφωση για την εποχή εκείνη. Νέοι δεκατεσσάρων ετών, αφού είχαν αποκτήσει τις στοιχειώδεις γνώσεις στο σχολείο και εφόσον επιθυμούσαν (αλλά και είχαν την οικονομική δυνατότητα) ανώτερου επιπέδου μόρφωση, εισάγονταν στα Πανεπιστήμια όπου διδάσκονταν τις ελευθέριες τέχνες.

Οι πιο πολλοί, είτε επειδή τέλειωναν οι πόροι τους, είτε επειδή πήραν τα εφόδια που τους χρειάζονταν για να κάνουν μια καριέρα, δεν ολοκλήρωναν τις σπουδές τους. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τη μεγάλη θνητότητα που μείωνε σημαντικά τον φοιτητικό πληθυσμό, εξαιτίας των διαφόρων επιδημιών και των κακών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Όσοι ολοκλήρωναν τις σπουδές τους έπαιρναν το πτυχίο του εργένη, bachelor's degree, και στη συνέχεια μπορούσαν να συνεχίσουν μέχρι να πάρουν το δίπλωμα του μάστερ των τεχνών (MA), οπότε και θα μπορούσαν να διδάξουν τις ελευθέριες τέχνες όπως όλοι οι άλλοι διδάσκαλοι.

Αν κάποιος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να μελετήσει σε μεταπτυχιακό επίπεδο ιατρική, νομική και θεολογία, διδάσκοντας παράλληλα ελευθέριες τέχνες. Εκεί οι σπουδές ήταν μακροχρόνιες και ελάχιστοι κατάφερναν να τις τελειώσουν. Επειδή οι καθηγητές των τεχνών αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία των διδασκόντων, εκείνοι είχαν τον έλεγχο των Πανεπιστημίων.

Σιγά σιγά το πρόγραμμα σπουδών άλλαξε, με την ηθική, τη λογική, τη μεταφυσική και την αριστοτελική φυσική να αποκτούν δεσπόζουσα θέση. ενώ τα μαθηματικά, η αστρονομία και η γραμματική να έχουν μικρή επιρροή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη των φυσικών επιστημών μιας και αποτέλεσε εμπόδιο αξεπέραστο για αιώνες, μέχρι την επιστημονική επανάσταση, που προκάλεσε έκρηξη στην ανάπτυξη των μαθηματικών και της αστρονομίας και γκρέμισε το οικοδόμημα της αριστοτελικής φυσικής και μεταφυσικής δίνοντας έμφαση στο πείραμα και τη μαθηματική επεξεργασία αντί για φιλοσοφικούς ισχυρισμούς εξαιρετικά αμφιβόλου ορθότητας (που όμως στον μεσαίωνα είχαν θέση αληθείας).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η ομοιομορφία στην διδασκαλία μεταξύ των πανεπιστημίων. Όταν παντού διδάσκονται τα ίδια αντικείμενα από τα ίδια βασικά κείμενα, τότε η διδασκαλία τυποποιείται και δημιουργείται ένα σταθερό πλαίσιο που επιτρέπει την ανάπτυξη της μόρφωσης που μέχρι εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε αυτές τις κοινωνίες. Φυσικά, αυτό το πλεονέκτημα αποτελεί ταυτόχρονα και εμπόδιο στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, και αυτό είχε παραπάνω από μία όψεις.

Η συζήτηση για τα πανεπιστήμια, εξίσου επίκαιρη και στις μέρες μας, αναδεικνύει πολλές πτυχές του προβλήματος. Βλέπουμε πόσο σημαντική είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία όταν τα πανεπιστήμια θέτουν σαν κύριο στόχο τους την μόρφωση και την γνώση, ενώ παράλληλα δημιουργούνται και ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία τόσων πανεπιστημίων σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολη και μπαίνουν οικονομικά ζητήματα τα οποία πολλές φορές γίνονται κεντρικά βάζοντας στο περιθώριο την αναζήτηση και τη μεταβίβαση της γνώσης.

Αλλά και το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας, τα βασικά συγγράμματα και η προσωπικότητα των διδασκόντων που προσελκύουν διδασκομένους αποτελούν σημαντικά ζητήματα για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καλείται να εκπληρώσει τις ανάγκες μιας κοινωνίας για νέα γνώση και κατανόηση του κόσμου και για εφαρμογές της γνώσης αυτής για να βελτιωθεί η ζωή των ανθρώπων.

Όπως καταλαβαίνετε, είμαι ιδιαίτερα προβληματισμένος για τα χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, αλλά και για την πορεία της γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Πόση προσπάθεια και πόση δημιουργικότητα χρειάζεται για να ξεφύγουμε από κατεστημένες αντιλήψεις συντήρησης του στάτους κβο και για την επίλυση των μυστηρίων του σύμπαντος!

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Θέση και επιρροή της επιστήμης στην κοινωνία


Σε αντίθεση με τη Δύση, στην Χριστιανική Ανατολή δεν υπήρξε απότομη πτώση του μορφωτικού επιπέδου, καθώς η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επήλθε ύστερα από πολλούς αιώνες. Ακόμη, η ελληνόφωνη Ανατολή δε χρειάστηκε ποτέ μεταφράσεις για να προσεγγίσει τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, η πνευματική παραγωγή των οποίων έμεινε ζωντανή, είτε ως αποδεκτή γνώση, είτε ως ιδεολογικός αντίπαλος που πολεμήθηκε με μένος από τους Χριστιανούς διανοητές.

Ο Lindberg, στο κεφάλαιο αυτό κάνει το συνηθισμένο λάθος πολλών Δυτικών διανοητών που δεν έχουν εκτεταμένη επαφή με την Βυζαντινή διανοητική παραγωγή να υποτιμήσει το μέγεθος της Βυζαντινής θεολογικής σκέψης. Αν κανείς μελετήσει τη Βυζαντινή γραμματεία θα διαπιστώσει πως η διαλεκτική των αρχαίων Ελλήνων εξακολουθούσε να παίζει κεντρικό ρόλο στις διανοητικές διαμάχες των απογόνων τους. Μπορεί το ιδεολογικό πλαίσιο να είχε αλλάξει και τα διανοήματα του Πλάτωνα να τα διαδέχτηκαν τα διανοήματα του Παύλου και του Ιησού αλλά η ελληνική σκέψη σφράγισε τον τρόπο με τον οποίον διεξαγόταν ο διάλογος σε θεολογικό επίπεδο.

Όπως είπαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Χριστιανισμός έστρεψε την προσοχή σε θεολογικά ζητήματα με αποτέλεσμα οι φυσικές επιστήμες να χάσουν τη ζωντάνια τους και τα ερωτήματα που αυτές έθεταν να χάσουν την επιτακτικότητά τους. Αν όμως η μόρφωση δεν περιορίζεται σε αυτές, αλλά καλύπτει και περιοχές όπως είναι οι φιλοσοφικές θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων, τότε δε βλέπω τον λόγο για τον οποίο η υψηλού επιπέδου θεολογία των Βυζαντινών (ή των Αράβων) δεν μπορεί να αξιώνει από εμάς να την αναγνωρίσουμε ως παιδεία υψηλού επιπέδου. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι η θεολογία σχετίζεται με τη θρησκεία, αλλά στο ότι μια ολόκληρη κοινωνία στράφηκε προς ενδιαφέροντα που δεν άπτονται των φυσικών επιστημών με αποτέλεσμα οι τελευταίες να απολέσουν το σφρίγος τους.

Μετά από τη σύντομη αναφορά στο Βυζάντιο (άλλωστε ο συγγραφέας είναι ειδικός στη Μεσαιωνική Δύση), ο Lindberg στρέφει το ενδιαφέρον του στην μετάδοση της ελληνικής σκέψης στην εκτός Βυζαντίου Ανατολή, όπως αυτή συνέβη με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με τους διωγμούς των θεωρούμενων ως αιρετικών που τους ώθησαν πέρα από τα Βυζαντινά σύνορα, οδηγώντας έτσι σε ζυμώσεις μεταξύ της ελληνικής - βυζαντινής σκέψης και της περσικής - ισλαμικής πνευματικής παραγωγής.

Έτσι, οι ελληνόφωνοι Νεστοριανοί έφεραν τον Γαληνό και τον Ιπποκράτη στον Αραβικό κόσμο*, μαζί με τον Τίμαιο του Πλάτωνα (ένα κείμενο που αναδεικνύεται κομβικό για Δύση και Ανατολή), τα Λογικά αλλά και άλλα έργα του Αριστοτέλη αλλά και τα Στοιχεία του Ευκλείδη και την Μεγίστη του Πτολεμαίου καθώς και έργα του Αρχιμήδη. Η μεταφραστική δραστηριότητα αποδεικνύεται κοπιώδης. Προσωπικότητες όπως ο Χουναΐν, ο γιος του Ισάκ, και ο Θαμπίτ, συνέβαλαν τα μέγιστα στην μεταφορά μεγάλου όγκου ελληνικής σκέψης και γνώσης στα συριακά και τα αραβικά, ενώ βασιλιάδες όπως ο Χοσρόης ο Α' και ο αλ-Μαμούν (ιδρυτής του Οίκου της Σοφίας στη Βαγδάτη) πήραν υπό την προστασία τους ανθρώπους των γραμμάτων και συνέβαλαν στην άνθηση του πολιτισμού.

Η επίδραση που είχε αυτή η διανοητική προσπάθεια στην μουσουλμανική κοινωνία δεν είναι ξεκαθαρισμένη. Οι ειδικοί διατυπώνουν διαφορετικές θεωρίες, από τις πλέον αρνητικές (περιθωριοποίηση της "ξένης" σοφίας στην ισλαμική κοινωνία) μέχρι τις πλέον θετικές (οικειοποίηση της ελληνικής γνώσης από τον μουσουλμανικό πολιτισμό). Από ό,το φαίνεται όμως το εκπαιδευτικό σύστημα στο Ισλάμ δεν έκανε τίποτα για να προάγει τη σκέψη σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και ίσως αυτό και να εξηγεί την παρακμή της ισλαμικής επιστήμης μετά τον δέκατο τρίτο αιώνα, σε μια εποχή δηλαδή που κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές ανακατατάξεις αλλάζουν το γεωπολιτικό σκηνικό με την άφιξη των Μογγόλων και των Τούρκων στα Αραβικά εδάφη.

Εδώ ανακύπτουν ποικίλα ερωτήματα σχετικά με τη σχέση της θρησκείας ή οποιασδήποτε ιδεολογίας με τη φυσική επιστήμη. Έχουμε ήδη δει τα εμπόδια που έβαλε ο Χριστιανισμός στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, και το ζήτημα του Ισλάμ ανοίγει και άλλο τον προβληματισμό. Αλλά και στη σύγχρονη εποχή μπορούμε να δούμε διάφορες ιδεολογικές συγκρούσεις που επέδρασαν και στην επιστήμη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις περιόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα. Βέβαια, μια ιδεολογία μπορεί να επιδράσει και θετικά, επειδή ορισμένες αντιλήψεις μπορεί να απελευθερώσουν τη δημιουργικότητα της ανθρώπινης νόησης και να αποφέρουν σημαντικούς διανοητικούς καρπούς σε ορισμένα σημεία, αλλά προσωπικά προτιμώ η επιστημονική περιέργεια να είναι το βασικό κίνητρο της επιστημονικής έρευνας και όχι πολιτιστικές προκαταλήψεις ή οικονομικές απολαβές να καθορίζουν την πορεία της επιστήμης.

Η πρακτική ωφέλεια από την επιστημονική γνώση είναι άλλο ένα θέμα που θέτει ο Lindberg. Για ποιον λόγο οι Μουσουλμάνοι να ασχοληθούν με τον Αριστοτέλη και τον Γαληνό τη στιγμή που έχουν τον Προφήτη και η ζωή τους ρυθμίζεται πλήρως από τον λόγο του Θεού; Τελικά, από ό,τι βλέπουμε, πολύ πρακτικά αντικείμενα όπως η ιατρική και η αστρονομία αναπτύχθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ ορισμένες θεωρητικές φιλοσοφικές αναζητήσεις των αρχαίων Ελλήνων δεν είχαν κάποια διάδοση μεταξύ των διανοουμένων, ακριβώς γιατί δεν είχαν κάποια πρακτική εφαρμογή και χρησιμότητα. Επίσης έγινε κατανοητό, όπως και στη Δύση, ότι η γραφειοκρατία της κεντρικής διοίκησης απαιτεί μορφωμένους ανθρώπους που θα στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό. Η μόρφωση, δηλαδή, έδινε εφόδια σε εκείνους που είχαν φιλοδοξίες και ήθελαν να συμμετέχουν στη διοίκηση του κράτους, βοηθώντας στην σωστή διεκπεραίωση των κρατικών υποθέσεων.

Πάντως, το ερώτημα για ποιον λόγο να ασχοληθεί μια κοινωνία ή ένας επιστήμονας με ένα συγκεκριμένο κομμάτι της επιστήμης παραμένει πάντα επίκαιρο. Ή, αν θέλετε, για ποιον λόγο να ασχοληθώ εγώ με την ιστορία της επιστήμης στον Μεσαίωνα τη στιγμή που το ενδιαφέρον μου συγκεντρώνεται στη λειτουργία του φυσικού κόσμου και όχι στην αρχαία ιστορία; Ο λόγος για τον οποίον ασχολούμαι με αυτά τα ζητήματα στο blog είναι για τον γόνιμο προβληματισμό που η ιστορική ανάλυση δημιουργεί σχετικά με τον τρόπο που κάνουμε επιστήμη στις μέρες μας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχεις την πολυτέλεια της ιστορικής ανασκόπησης ώστε να μπορείς να συνειδητοποιείς τις παγίδες στις οποίες η ανθρώπινη σκέψη έπεσε και στις οποίες μπορεί να ξαναπέσει εκτός και αν βρίσκεσαι σε επιφυλακή.

Μετά από μια συζήτηση για τη μαθητεία των Μουσουλμάνων διανοητών στα αρχαία ελληνικά γραπτά (βλέπε και την επόμενη ανάρτηση περί αναβίωσης της παιδείας στην Δύση), ο Lindberg μιλάει πολύ συνοπτικά περί της συνεισφοράς των Ισλαμιστών διανοουμένων στην Αστρονομία και την Οπτική (διέδωσαν και διόρθωσαν τις αρχαίες ελληνικές θεωρίες). Από ό,τι φαίνεται το βιβλίο δεν απασχολείται με την προσφορά του Ισλαμικού κόσμου στην Επιστήμη, όσο με την επίδραση του Ισλάμ στην δυτικοευρωπαϊκή ιστορία της επιστήμης με την μετάδοση των αρχαίων ελληνικών θεωριών αλλά και μερικών μουσουλμανικών θεωριών περί του σύμπαντος που θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο.

Το κομμάτι του Ισλάμ κλείνει προσωρινά με μια συνοπτική ιστορική επισκόπηση και με μια αναφορά στην παρακμή της Ισλαμικής επιστήμης κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα. Συγκεκριμένα, και εντελώς σχηματικά, η μετάφραση των ελληνικών κειμένων στα αραβικά ξεκινά στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα και συνεχίζεται ολόκληρο τον 9ο αιώνα. Ήδη από τα μέσα του 9ου αιώνα ξεκινούν επιστημονικές εργασίες σε όλους τους τομείς της ελληνικής επιστήμης, οι οποίες δίνουν σοβαρά επιτεύγματα μέχρι και το μέσο του 13ου αιώνα.

Η Βαγδάτη των Αββασιδών (9ος - 13ος αιώνας), το Κάιρο των Φατιμιδών (11ος και 12ος αιώνας), η Κόρδοβα και το Τολέδο των Ομμεϋαδών (13ος και 14ος αιώνας) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των επιστημών. Όμως, οι θρησκευτικές διαμάχες, η αντίθεση προς την επιστημονική πρόοδο από ένα μεγάλο κομμάτι του Ισλάμ και οι πόλεμοι σε όλη την έκταση του Αραβικού κόσμου τόσο με τη Δύση όσο και με νεοεμφανιζόμενες στην περιοχή δυνάμεις, οδηγούν στην πτώση των μεγάλων κέντρων της Ισλαμικής παιδείας (11ος -13ος αιώνας για Ισπανία από Χριστιανούς, 13ος αιώνας για Βαγδάτη από Μογγόλους) οδηγούν σε κατάρρευση στο επίπεδο της Ισλαμικής επιστήμης. Η ειρήνη, η οικονομική ευημερία και η θρησκευτική ανοχή αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη επιστήμης.


* Από ό,τι φαίνεται, μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων παρεμβάλλεται η Περσία, με τα Συριακά ως γλώσσα των γραμμάτων, στην οποία και μεταφράζονται πολλά ελληνικά έργα πριν μεταφραστούν στα αραβικά. Στην Περσία άνθισε και η περίφημη Jundishapur, η ιστορία της οποίας δεν είναι ξεκάθαρη, και που μαζί με άλλα περσικά αστικά κέντρα αποτέλεσε σημείο πνευματικής ανάπτυξης για τους Νεστοριανούς και για τους Πέρσες, ανάπτυξη που πάντα βασιζόταν στα αρχαία ελληνικά κείμενα.

J'accuse


Το κεφάλαιο για την Ρωμαϊκή και την πρώιμη Μεσαιωνική Επιστήμη ξεκινά με μια περιγραφή της παιδείας στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, φέρνοντας στο επίκεντρο της προσοχής μας το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που ήταν διαθέσιμη αλλά και το ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτή την εκπαίδευση, ζητήματα αρκετά σημαντικά για κάθε κοινωνία.

Η ελληνική παιδεία κυριάρχησε στη Ρώμη εξαιτίας των ειδικών σχέσεων των δυο λαών και της ανωτερότητας της ελληνικής επιστήμης, φιλοσοφίας και τέχνης. Οι πλούσιοι Ρωμαίοι πολίτες είχαν την πολυτέλεια να αποκτήσουν ελληνική παιδεία και να ασχοληθούν με τα γράμματα και τις τέχνες. Οι περισσότεροι αριστοκράτες θέλησαν να πάρουν από την παιδεία αυτά που θα τους χρησίμευαν για να κάνουν μια λαμπρή καριέρα στη Ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα θεωρητικά ερωτήματα της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης να μην τύχουν μεγάλης προσοχής.

Μεγάλες προσωπικότητες του πνεύματος, όπως ο Ποσειδώνιος, ο Βάρρων, ο Κικέρων, ο Λουκρήτιος, ο Σενέκας, ο Κέλσος, ο Βιτρούβιος, ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο Μαρτιανός και ο Μακρόβιος κατάφεραν να εκλαϊκεύσουν την επιστήμη και τη σοφία των Ελλήνων και να την μεταφέρουν στην λατινική γλώσσα, δημιουργώντας ένα πνευματικό περιβάλλον με το οποίο η ελληνική πνευματική παραγωγή μπόρεσε να μεταφυτευτεί σε έναν διαφορετικό πολιτισμό.

Παράλληλα, μεταφράζονται στα λατινικά ο Τίμαιος του Πλάτωνα τόσο από τον Κικέρωνα όσο και από τον Χαλκίδιο, του οποίου η μετάφραση τελικά σώζεται, τα Φαινόμενα του Άρατου, πάλι από τον Κικέρωνα, ένα μέρος από τα Λογικά του Αριστοτέλη, τα Στοιχεία του Ευκλείδη και η Εισαγωγή του Πορφύριου από τον Βοήθιο, ενώ η λατινική Δύση χάνει τη ζωτικότητά της και τελικά παρακμάζει. Η γνώση της ελληνικής διανοητικής παραγωγής περιορίζεται σε αυτά τα ελάχιστα πρωτογενή έργα και στις ανθολογίες, τις εγκυκλοπαίδειες, τα υπομνήματα, και τα εγχειρίδια που είχαν εκλαϊκευτικό χαρακτήρα. Η σωζόμενη γνώση στα λατινικά αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν τη δούμε υπό το πρίσμα της παιδείας στη Δύση κατά τον Μεσαίωνα.

Βλέπουμε τελικά πως παρά το γεγονός ότι ο πλατωνισμός, ο σκεπτικισμός, ο αριστοτελισμός, ο στωικισμός, και η επικούρεια φιλοσοφία διαδόθηκαν στους ανώτερους πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στο δυτικό κομμάτι μπλόκαραν την περαιτέρω επιστημονική πρόοδο. Με την διάδοση δε του Χριστιανισμού, το βάρος δόθηκε στην θεολογία, η οποία επισκίασε όλες τις άλλες πνευματικές δραστηριότητες.

Μολονότι είναι αλήθεια πως ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε εχθρικός απέναντι στην πνευματική παραγωγή, το βαθύ αρνητικό, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα στην ιστορία της επιστήμης που έφερε ο Χριστιανισμός έχει να κάνει με τη στροφή στο ενδιαφέρον σε θεολογικές λεπτότητες που απορρόφησαν το διανοητικό ενδιαφέρον διανοιών που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στις φυσικές επιστήμες. Η θρησκευτική πίστη, μολονότι συνυπήρξε με την στοιχειώδη και την κάπως ανώτερη εκπαίδευση, προσπάθησε να υποτάξει τις επιστήμες και τις τέχνες σε μια θεολογική agenda και έστρεψε το πνευματικό ενδιαφέρον σε περιοχές της διανόησης που είχαν ελάχιστη επίδραση στις φυσικές επιστήμες.

Έτσι, αν και πρέπει να σημειωθεί η προσφορά προσωπικοτήτων όπως ο νεοπλατωνικός ως προς τη φιλοσοφία και πρώην Μανιχαίος και μετέπειτα Χριστιανός ως προς τη θρησκεία Αυγουστίνος, που μετέφεραν πολλά στοιχεία της ελληνικής φιλοσοφίας δια της επεξεργασίας του χριστιανικού δόγματος στις μάζες, αλλά και η προσφορά των μοναστικών παραδόσεων (π.χ. Βενέδικτος, Κασσιόδωρος) στην εκπαίδευση μερίδας του λατινογενούς πληθυσμού, η συνεισφορά του δυτικού Χριστιανικού κόσμου στην ιστορία των φυσικών επιστημών περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διάσωση του διανοητικού νήματος μέσα από ορισμένα έργα του Ισίδωρου της Σεβίλης και του Βέδα της Νορθουμβρίας ώστε να μη χαθεί εντελώς στις κοινωνίες του Δυτικού Χριστιανισμού η γνώση που πρόσφεραν στον κόσμο οι αρχαίοι Έλληνες για το σύμπαν.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Ματαιότητα και Σκοπός, Λογική και Τυχαίο στη Φύση


Τελικά παράγγειλα το Demystifying Mentalities, του G.E.R. Lloyd, από τη βιβλιογραφία του Lindberg. Πρόκειται για ένα βιβλίο με σκοπό την αποδόμηση της έννοιας της νοοτροπίας όπως έχει χρησιμοποιηθεί από διάφορους διανοητές για να περιγράψει συμπεριφορές που θα μπορούσαν κάλλιστα να εξηγηθούν διαφορετικά.

Να σας πω την αλήθεια, είχα ένα πρόβλημα με την νοοτροπία. Δε μου αρέσει σαν εξήγηση των δεινών που πλήττουν την Ελλάδα αυτή την περίοδο, αλλά βλέπω πως είναι μια αγαπημένη εξήγηση διανοητών όπως είναι ο Στέλιος ο Ράμφος, ο οποίος γυρνάει πίσω στο Βυζάντιο για να εξηγήσει γιατί χρεοκοπήσαμε το 2010. Κατά τη γνώμη μου τα προβλήματα είναι προβλήματα πολιτικών επιλογών, επιλογών που έγιναν για συγκεκριμένους λόγους και ήταν στο χέρι μας να μην είχαν γίνει, όπως είναι και στο χέρι μας να αντιστρέψουμε πολλές από τις επιλογές αυτές και να κάνουμε και επιλογές προς εντελώς άλλη κατεύθυνση. Με την εξήγηση της νοοτροπίας χάνεται η προσωπική ευθύνη του καθενός από εμάς και μειώνεται η δυνατότητά μας να αλλάξουμε τα πράγματα.

Επειδή λοιπόν νομίζω πως πάντα η αλλαγή είναι δυνατή, με ενοχλούσε που ορισμένοι τα ρίχνουνε στη νοοτροπία. Βέβαια, από την άλλη, είναι και μερικοί άνθρωποι που σε κάνουν πραγματικά να αναρωτιέσαι: μα πώς σκέφτεται αυτός έτσι, ή, μα δε σκέφτεται καθόλου και είναι κολλημένος σε ένα πράγμα μόνο; Μερικές φορές, όσο και ας μη μου αρέσει, η νοοτροπία είναι μια εξήγηση που έρχεται εύκολα στον νου. Για αυτούς τους λόγους είχα έντονο ενδιαφέρον να διάβαζα το βιβλίο αυτό. Και δεν απογοητεύτηκα στην επιλογή μου να το αγοράσω. Άσε που τελικά θα μου φανεί και διπλά χρήσιμο. Θα δείτε το γιατί αργότερα.

Λοιπόν, όσον αφορά τις νοοτροπίες, αφού πρώτα τονίσει τη δυσκολία να εφαρμόσουμε έννοιες δικές μας σε κοινωνίες που δεν τις διαθέτουν εκπεφρασμένες γλωσσικά, ο Lloyd μας εξηγεί ιστορικά πώς αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα η ορολογία που έχουμε ταυτίσει στο μυαλό μας με τον ορθολογισμό και την κριτική σκέψη. Μας αποκαλύπτει πως αυτοί που την πρωτοχρησιμοποίησαν κάθε άλλο παρά ορθολογιστές ήταν. Χρησιμοποιούσαν την κριτική για να πολεμήσουν τους διανοητικούς τους αντιπάλους, για παράδειγμα τους μάγους ή τους ιερείς, αλλά και οι ίδιοι πρότειναν εξίσου παλαβές θεωρίες για τη λειτουργία του φυσικού κόσμου. Ο τρόπος τον οποίον πολλοί χρησιμοποιούμε σήμερα για να βάλουμε τα πράγματα σε κουτάκια δημιουργήθηκε στη Δύση για να εξυπηρετεί ανταγωνισμούς και όχι ως μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη κοσμοθεωρία. Αυτό αποδυναμώνει το επιχείρημα εκείνων που μιλούν για προ-λογική και λογική νοοτροπία, ή για πρωτόγονη και μοντέρνα νοοτροπία.

Παράλληλα, αν μελετήσουμε την ιστορία βλέπουμε πως στην ίδια κοινωνία θα βρούμε ανθρώπους με όλων των ειδών τις συμπεριφορές. Μαζί με τον μάγο, συνυπάρχει ο φιλόσοφος και ο επιστήμονας και ο εναλλακτικός θεραπευτής. Άρα μια νοοτροπία δεν μπορεί να χαρακτηρίζει ολόκληρη την κοινωνία. Αλλά και στον ίδιο άνθρωπο πολλές φορές συναντούμε διαφορετικές συμπεριφορές. Ένας επαγγελματίας επιστήμονας μπορεί να πιστεύει στα ζώδια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο άνθρωπος έχει ταυτόχρονα δυο νοοτροπίες!

Ο Lloyd θεωρεί πως τα φαινόμενα που προσπαθούσε να εξηγήσει η ασαφής έννοια της νοοτροπίας εξηγούνται καλύτερα από τις κοινωνικές και ιδιαίτερα τις πολιτικές συνθήκες και το γλωσσικό περιβάλλον που δημιουργούν και για να μας δώσει το έναυσμα για προβληματισμό αναλύει λεπτομερώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναδύθηκε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη, ενώ στο τέταρτο μέρος του βιβλίου κάνει και μια συγκριτική μελέτη μεταξύ της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Κίνας.

Για να συνδέσω τώρα το βιβλίο αυτό με το κεφάλαιο της ελληνικής και ρωμαϊκής ιατρικής από το βιβλίο του Lindberg, πρέπει να πω πως ο Lloyd έχει ασχοληθεί σε βάθος με την αρχαία ελληνική επιστήμη και ιδίως την ιατρική. Μάλιστα, στο βιβλίο του μας δίνει συχνά παραδείγματα από τους αρχαίους Έλληνες ιατρούς και είναι πραγματικά φοβερό να διαβάζεις ιπποκρατικό κείμενο να ασκεί δριμεία κριτική σε μη ιπποκρατικούς θεραπευτές, κριτική που να είναι εξαιρετικά λογική, και αμέσως μετά να βλέπεις τον συγγραφέα να προτείνει θέσεις που είναι προϊόν της φαντασίας του και όχι της λογικής του, όπως ακριβώς κάνανε και οι μη ιπποκρατικοί που μόλις κατέκρινε!

Κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο θετικό στοιχείο της ιπποκρατικής ιατρικής και μετέπειτα της ιατρικής του Γαληνού είναι το ότι βάζει πάνω στο τραπέζι και, σε μεγάλο βαθμό, δίνει κυρίαρχη σημασία σε νατουραλιστικές εξηγήσεις για την αιτιολογία και την αντιμετώπιση των ασθενειών. Μπορεί δηλαδή να μην έχουμε την αρχή για μια αμιγώς ορθολογική ιατρική, αλλά έχουμε σημαντικά θεμέλια για μια νατουραλιστική ιατρική. Δυστυχώς βέβαια η αυθεντία του Γαληνού και του Ιπποκράτη στάθηκε εμπόδιο για την ανάπτυξη της ιατρικής στους χριστιανικούς αιώνες που ακολούθησαν στη Δύση. Αυτή η κατάσταση είναι αντίστοιχη με την επίδραση του Αριστοτελισμού στη Φυσική για την οποία έχουμε μιλήσει παλιότερα.

Δε θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, πως η ιστορία της επιστήμης μας δίνει ένα πολύ χρήσιμο μάθημα για την επιστημονική πράξη σήμερα. Όταν βλέπεις κορυφαίους διανοητές του παρελθόντος να διατυπώνουν θεωρίες ανορθολογικά, να χρησιμοποιούν τη φαντασία και να δογματίζουν "εξηγώντας" πειράματα και παρατηρήσεις με τρόπους τελείως λάθος, δεν μπορείς παρά να είσαι εξαιρετικά προσεκτικός σε αυτά που αποδέχεσαι σήμερα ως αλήθειες στην επιστημονική σου έρευνα. Κανένας δεν είναι απρόσβλητος από αυτά τα διανοητικά λάθη. Για αυτό χρειάζεται να αναπτύξουμε πολλές δικλείδες ασφαλείας και να κάνουμε άφθονη αυτοκριτική.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει το γεγονός πως με αυτά τα λάθη η επιστήμη προχώρησε προς μια κατεύθυνση και πως από την πρωτόγονη εποχή έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει. Η απραξία δηλαδή στην οποία θα οδηγούμασταν από την απαίτηση για τέλειες αποδείξεις θα ήταν καταστροφική. Και δική μου διανοητική απαίτηση δεν είναι η τέλεια απόδειξη μιας θεωρίας, αλλά η συνειδητή επίγνωση των ορίων και των αδυναμιών των θεωριών που διατυπώνουμε ή μελετάμε. Να μη μπερδεύουμε δηλαδή ωραίες ιδέες με την φυσική πραγματικότητα καθ' εαυτήν.

Όσον αφορά στο κομμάτι των ιστορικών πληροφοριών, θα ήθελα να τονίσω τη σημασία του Αλεξανδρινού Μουσείου και την ανάπτυξη που είχε η ανατομία στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, με τον Ηρόφιλο και τον Ερασίστρατο να πραγματοποιούν ανατομές (ακόμα και σε ζωντανούς ανθρώπους!) και να πλουτίζουν ιατρική επιστήμη με γνώσεις αλλά και όρους που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα (και φυσικά με ιδέες που έχουν σταματήσει να θεωρούνται σοβαρές εδώ και αιώνες!)

Ο δε Γαληνός, του οποίου τα λάθη στην ανατομία, εξαιτίας των γενικεύσεων που έκανε για τον άνθρωπο από τις μελέτες του σε ζώα, είναι διάσημα, επεξεργάστηκε τη θεωρία του Ιπποκράτη για τους χυμούς που αποτελούν το ανθρώπινο σώμα, αλλά και του Πλάτωνα για τα τρία μέρη της ψυχής, με αποτέλεσμα να περάσουμε τόσους αιώνες στη Δύση διδάσκοντας πράγματα τα οποία δε στέκουν. Αυτός ο φιλόσοφος - επιστήμονας ήταν υπέρμαχος της τελεολογίας στη φύση, γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό και στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες και συνέβαλε, σε συνδυασμό με την πληρότητα και το τεράστιο διανοητικό εύρος του έργου του, στην πνευματική του κυριαρχία στις περιοχές όπου ο μονοθεϊσμός επικρατούσε.

Η φύση δεν κάνει κάτι μάταια, είπε ο Γαληνός. Και με το σκεπτικό αυτό προσπάθησε να εξηγήσει πως διάφορες κοιλότητες στο διάφραγμα μεταξύ των κοιλιών στην καρδιά συνεχίζουν με αόρατους πόρους μέσα από τους οποίους μεταδίδεται το αίμα από τη δεξιά στην αριστερή καρδιά. Η τελεολογία μπορεί να θυμίζει την κουβέντα για τη λογικότητα του σύμπαντος (παίζει ή δεν παίζει ο "Θεός" ζάρια με το σύμπαν;) αλλά είναι ποιοτικά διαφορετική. Ο Lindberg κλείνει το κεφάλαιο με την επισήμανση πως ακόμα και στη σύγχρονη επιστήμη δεν έχουμε οριστικές απαντήσεις πάνω στα ζητήματα αυτά. Από τη δική μας πλευρά, θα κουβεντιάζουμε τα ζητήματα αυτά κάθε φορά που θα ανακύπτουν.


Στην φωτογραφία απεικονίζεται ο Πτολεμαίος ο Β', ο Φιλάδελφος με την αδερφή του / γυναίκα του (εξ ου και... φιλάδελφος) Αρσινόη την Β'.

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Τυχαίο ή όχι;


Πώς αποκτάται η παιδεία; Πώς μεταφέρεται η γνώση; Ποια είναι η σημασία της οργανωμένης εκπαίδευσης ως θεσμού για την ανάπτυξη της επιστήμης; Με αυτόν τον προβληματισμό ξεκινά το κεφάλαιο για την επιστήμη στην ελληνιστική εποχή, μια εποχή στην οποία ανθούν οι σχολές που ίδρυσαν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, ενώ ακόμα ακμάζουν καινούριες σχολές, που ιδρύονται και αυτές στην Αθήνα, από τον Επίκουρο και τον Ζήνωνα, λίγο πριν το κέντρο της μόρφωσης μεταφερθεί στην Αλεξάνδρεια, την νέα μητρόπολη του ενοποιημένου κόσμου που δημιούργησε ο Αλέξανδρος.

Όταν αναλογίζεται κανείς πως από την έλευση των σοφιστών, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα περάσαμε, δια του Σωκράτη, στον Πλάτωνα και την Ακαδημία και στον Αριστοτέλη και το Λύκειο, πως μέσα σε μερικές γενιές συντελέστηκε έκρηξη στην παιδεία, στη φιλοσοφία και την επιστήμη, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί σχετικά με τις συνθήκες που ευνόησαν την εξέλιξη αυτή, μια εξέλιξη μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία, τόσο που να μιλάμε για Ελληνικό Θαύμα.

Εύλογο ενδιαφέρον γεννάει και η μετάβαση του κέντρου της μόρφωσης από την Αθήνα, δια του Δημητρίου του Φαληρέα και του Μουσείου, στην Αλεξάνδρεια όπου την επιστημονική ανάπτυξη πήραν υπό την προστασία τους οι Πτολεμαίοι, αρχίζοντας μια παράδοση που θα την συνέχιζαν και μερικοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, βάζοντας τα θεμέλια για τις μοντέρνες κρατικές επιχορηγήσεις στην έρευνα και την επιστήμη.

Στη συνέχεια παρουσιάζεται το ζήτημα της σχέσης των μαθητών προς τον διδάσκαλο. Από ό,τι φαίνεται, οι αρχαίοι Περιπατητικοί δεν είχαν ταμπού το να διορθώσουν τον Αριστοτέλη. Τόσο ο Θεόφραστος, όσο και ο Στράτωνας, διάδοχοι του Αριστοτέλη στη διοίκηση του Λυκείου, διατύπωσαν θεωρίες που διέφεραν από αυτές του δασκάλου τους, ενώ απέρριψαν ό,τι θεωρούσαν ότι δεν είναι σωστό από τη διδασκαλία του Αριστοτέλη.

Έτσι, βλέπουμε τον Θεόφραστο, ο οποίος με την αγορά ακινήτων επέκτεινε το Λύκειο και βοήθησε στην εξασφάλιση μιας συνεχούς παρουσίας Περιπατητικών στην Αθήνα, να αμφισβητεί την τελεολογική θεωρία του δασκάλου του και να αφήνει χώρο στο τυχαίο κατά τη λειτουργία του σύμπαντος, να μη θεωρεί τη φωτιά στοιχείο και να διατυπώνει εναλλακτική θεωρία της όρασης.

Την ίδια οδό ακολούθησε και ο διάδοχός του Στράτωνας, ο οποίος απέρριψε την έννοια της ελαφρότητας και διατύπωσε την ιδέα πως τα σώματα διαφέρουν ανάλογα με το βάρος τους, με τα πιο ελαφριά να είναι λιγότερο βαριά από τα πιο βαριά, ενώ δέχτηκε την ύπαρξη μικροσκοπικών κενών που θα εξηγούν την ελαστικότητα των υλικών, την αραίωση και την συμπίεση. Παράλληλα, έλαβε υπόψη του το ύψος από το οποίο πέφτει ένα σώμα στη μελέτη του της κίνησης των σωμάτων και θεώρησε το φως υλική απορροή στην οπτική.

Το κεφάλαιο τελειώνει με την επαναφορά των ερωτημάτων που τέθηκαν από τους Προσωκρατικούς και τον Πλάτωνα. όπως αυτά τροποποιήθηκαν από τους Περιπατητικούς, τους Επικούρειους και τους Στωικούς. Αυτό το ζήτημα, σε μια διαφορετική μορφή, αλλά με ίδιο τον κύριο πυρήνα, με απασχολεί και εμένα σήμερα, δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια μετά.

Οι Ατομικοί φιλόσοφοι έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα του τυχαίου ως τρόπο λειτουργίας της φύσης. Ο Πλάτωνας αντέδρασε έντονα και μίλησε για λογικότητα πίσω από την τάξη της φύσης. Ο Αριστοτέλης κινήθηκε στο πλαίσιο του δασκάλου του και μίλησε για τελικά αίτια, βάζοντας την τελεολογία στο τραπέζι, έναν τρόπο σκέψης από τον οποίο είδαμε και πάθαμε να γλιτώσουμε. Και τώρα έρχονται οι Επικούρειοι να υπερασπιστούν τους Ατομικούς και να χρησιμοποιήσουν την ατομική φυσική φιλοσοφία για να απομαγεύσουν τον κόσμο και να εξουδετερώσουν τα αγωνιώδη ερωτήματα του ανθρώπου. Ξεδοντιάζοντας το θηρίο που λέγεται αγωνία πίστευαν πως θα οδηγούσαν τον άνθρωπο σε μια ισορροπημένη ζωή και στην ευτυχία.

Και ενώ η ατομική θεωρία φαίνεται να ακμάζει ξανά, έρχονται οι Στωικοί και φέρνουν τον... Πλάτωνα από το παράθυρο, αφού από τη μια δέχονται την υλικότητα ως τη μόνη φυσική πραγματικότητα, αλλά από την άλλη μιλούν για την ύπαρξη υλικού πνεύματος που συνέχει, δίνει της ιδιότητές της και οργανώνει την ύλη. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να απαντήσουν στο πρόβλημα της λογικότητας του κόσμου και προλείαναν το έδαφος για την διανοητική θεμελίωση του Χριστιανισμού.

Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Ο νους μας παράγει τάξη από τα δεδομένα που του παρέχει η φύση. Η τάξη αυτή είναι φαινομενική ή πραγματική; Είναι δηλαδή ένα προϊόν των αντιληπτικών μας περιορισμών, ή αποτελεί αντανάκλαση μιας βαθύτερης φυσικής πραγματικότητας, μιας φυσικής νομοτέλειας και έναν πραγματικό τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος; Και αν το σύμπαν λειτουργεί όντως έτσι, γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό το ερώτημα θα με απασχολήσει όσο κρατήσω αυτό το blog σε λειτουργία.

Τα πράγματα για τη μελέτη μας τώρα γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκα γιατί γίνεται μια απότομη στροφή στο τρενάκι της σκέψης και οι μεν Επικούρειοι μιλούν για τυχαίες ανεπαίσθητες κινήσεις των ατόμων οι οποίες δεν υπάγονται στην ανάγκη και προσπαθούν πάνω σε αυτά τα θολά νερά να χτίσουν χώρο για την ελευθερία της βούλησης, οι δε Στωικοί επειδή θεωρούν πως το πνεύμα είναι υλικής φύσης, διατυπώνουν την υπόθεση πως και το πνεύμα υπόκειται στους φυσικούς νόμους και τελικά υπερασπίζονται την αιτιοκρατία! Μπερδευτήκατε;

Είναι εκπληκτικό το πώς αναπτύχθηκε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Βλέπουμε φιλοσόφους να ασκούν κριτική στη σκέψη άλλων φιλοσόφων και ταυτόχρονα να αναπτύσσουν τις δικές τους ιδέες, βλέπουμε μαθητές να αναθεωρούν τη σκέψη των διδασκάλων τους αλλά και να εμπνέονται από παλιότερους διδασκάλους για να δώσουν λύσεις σε φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής τους... Υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα από σχέσεις μεταξύ των ιδεών και αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον.

Προς το παρόν, πάντως, έχουμε γεμίσει ερωτήματα. Λέτε η μελέτη της σύγχρονης φυσικής να μου δώσει τις απαντήσεις που ζητάω;

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Η δύναμη και τα όρια του λόγου


Αν υπάρχει κάποιος στην Αρχαιότητα που προσεγγίζει στο μοντέλο του Homo Universalis της Αναγέννησης, αυτός είναι ο Αριστοτέλης. Ξέρουμε ότι έχει γράψει συγγράμματα φοβερού εύρους και εμβρίθειας. Και όμως, αυτά που σώζονται είναι ένα μικρό μέρος από το σύνολο των έργων που του αποδίδονται. Ασχολήθηκε με όλες τα διανοητικά ερωτήματα της εποχής του, με όλους τους κλάδους της γνώσης, ενώ θεμελίωσε αρκετούς επιστημονικούς κλάδους και επισκίασε την επιστήμη για αιώνες με το μέγεθος της διανοίας του.

Αποδέχτηκε τις βασικές αρχές του Πλάτωνα και δημιούργησε ένα πολύπλευρο έργο που άφησε τη σφραγίδα του στην ιστορία του Δυτικού πνεύματος μέχρι την Επιστημονική Επανάσταση. Το κεφάλαιο του Lindberg περιγράφει με σαφήνεια -και αυτό είναι μια μεγάλη αρετή για ένα τέτοιο βιβλίο- τις βασικές διδασκαλίες του Αριστοτέλη, τις αρχές πίσω από τις υποθέσεις του και τη σχέση του με τα μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής. Επιτέλους καταλαβαίνουμε σε γενικές γραμμές τι θα έπρεπε να πολεμήσει η ανθρώπινη σκέψη με την Επιστημονική Επανάσταση για να θέσει τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σαν καλός σκεπτικός, επικρίνω την ταύτιση πολλών υποθέσεων που διατύπωσε ο Αριστοτέλης με την αλήθεια καθ' αυτή. Είναι άλλο πράγμα μια επιστημονική υπόθεση, και άλλο ένα δόγμα, όσο λογικοφανές και αν είναι. Αν κάτι μας δίδαξε η ιστορία των αιώνων που πέρασαν είναι πως οι βεβαιότητες ακόμα και μιας ολόκληρης εποχής αποδεικνύονται γεμάτες τρύπες και προβλήματα αν τις κοιτάξει κανείς με το πέρασμα του χρόνου. Καταλαβαίνω όμως τη γοητεία που ασκεί μια πεποίθηση και τη δυσκολία να ξεχωρίζει κανείς συνεχώς και με σαφήνεια μια επιστημονική υπόθεση από την φυσική αλήθεια.

Δεν μπορώ παρά να παρασυρθώ και να φανταστώ τι θα γινόταν αν ο Αριστοτέλης ήταν περισσότερο πυρρωνιστής παρά πλατωνιστής. Τι ώθηση θα δινόταν στην επιστημονική αναζήτηση αν η υπόθεση και η αυτοκριτική είχε πάρει τη θέση που απέκτησε τελικά το δόγμα μέσα στο μυαλό των ανθρώπων που ακολούθησαν. Ένας Καρνεάδης με την εμβέλεια και το ακαταπόνητο ερευνητικό ενδιαφέρον του Αριστοτέλη θα είχε φέρει τα πάνω - κάτω στη Γη. Ας ξαναγυρίσω όμως στα... γήινα και ας αφήσω τις ονειροπολήσεις για αργότερα.

Πέρα από τις πληροφορίες για την εργασία και την προσφορά του Αριστοτέλη στην βιολογία, την ζωολογία, την βοτανική, την ψυχολογία, την ορυκτολογία, την μετεωρολογία, την σεισμολογία, την φυσική και την κοσμολογία, το βιβλίο θέτει πάλι το ερώτημα που συναντήσαμε και στον Πλάτωνα: Ο κόσμος είναι προϊόν τύχης, όπως ήθελαν οι ατομικοί, ή είναι δομημένος λογικά; Και τι σημαίνει αυτό το λογικά; Είναι φοβερό πως τόσες χιλιάδες χρόνια μετά τη διατύπωση του ερωτήματος, ακόμα δεν μπορούμε να δώσουμε μια σαφή και οριστική απάντηση. Ποια είναι η φύση των φυσικών νόμων στη σύγχρονη φυσική; Αυτό είναι ένα συναρπαστικό ερώτημα που θα με απασχολεί όσο μαθαίνω τη σύγχρονη επιστήμη.

Όσο ενδιαφέρον και αν παρουσιάζουν οι ιστορικές λεπτομέρειες της διδασκαλίας του, για τη μορφή και την ύλη, για το γενικό και το ειδικό, για τις πέντε ουσίες και τα πρώτα κινούντα, για την αιωνιότητα του σύμπαντος, για την ελαφρότητα ως θετική ιδιότητα όπως ακριβώς και το βάρος, για τις πενήντα πέντε πλανητικές σφαίρες και την περίμετρο της σφαιρικής Γης, για την κίνηση υπό αντίσταση και για τους λόγους που τα αντικείμενα κινούνται, ακόμα πιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόοδος που έχει γίνει από τότε και το πώς μπορούμε να διδαχτούμε από την αλλαγή στην κοσμοαντίληψη που συνέβη για να κριτικάρουμε τη δικιά μας αντίληψη για το σύμπαν.

Το πόσο λάθος είχαν τα λογικά επιχειρήματα μιας διάνοιας όπως ο Αριστοτέλης προσφέρει μάθημα σημαντικό σε εμάς: η διαρκής κριτική των ιδεών μας είναι επιβεβλημένη. Δεν μπορούμε να επαναπαυόμαστε σε "κοινούς τόπους" και λογικές νομοτέλειες. Διατυπώνουμε υποθέσεις και πρέπει να τις ελέγχουμε από χίλιες, όχι, από μύριες, μεριές αν θέλουμε να προσεγγίσουμε την επιστημονική αλήθεια. Πρέπει ακόμα να αποδεχτούμε πως είναι εξαιρετικά εύκολο να μετατρέψουμε υποθέσεις σε δόγματα τα οποία θα αποδειχτούν τελικά λάθος και πως είμαστε παιδιά της εποχής μας, με τους περιορισμούς που ο ορίζοντάς της μας επιβάλλει. Σε μια δεδομένη στιγμή, περισσότερη σημασία έχει το κλίμα της υγιούς αμφισβήτησης, παρά η πεποίθηση για την ορθότητα των ιδεών μας.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Χαμένοι στα βάθη των αιώνων


Οι αφετηρίες των ανθρώπινων προσπαθειών για την κατανόηση του κόσμου βρίσκονται χαμένες στα βάθη των αιώνων. Και είναι χαμένες γιατί η γραφή, αυτό το τόσο σημαντικό εργαλείο για την ιστορία των επιστημών, επινοήθηκε κάποια στιγμή ενώ οι άνθρωποι είχαν ήδη αναπτύξει μακραίωνες προφορικές παραδόσεις.

Όπως είδαμε στο κεφάλαιο για τους Προσωκρατικούς, και εκεί η έλλειψη γραπτών κειμένων δυσκολεύει την κατανόησή μας για την εξέλιξη των ιδεών. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για κοινωνίες διαφορετικές από τις αρχαιοελληνικές, κοινωνίες που αναπτύχθηκαν χωρίς τη γραφή αλλά και χωρίς όλα εκείνα τα επιτεύγματα που έρχονται με την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη που ενδεχομένως και να οδηγεί στη γραφή.

Ο Lindberg καταφέρνει να ξυπνήσει το ενδιαφέρον μου για την ανθρωπολογία. Πώς ακριβώς σκέφτονταν οι πρωτόγονες φυλές, τι ακριβώς ήθελαν να πουν με τους μύθους που ανέπτυσσαν, τι μας δείχνει η επιστημονική μελέτη φυλών που ζουν χωρίς γραφή ακόμα και στις μέρες μας, τι μυστήρια κρύβει η Αφρική και η Νότια Αμερική; Αυτά τα ερωτήματα είναι συναρπαστικά και ίσως η βιβλιογραφία που παραθέτει ο Lindberg μου φανεί χρήσιμη στο μέλλον.

Τα ερωτήματα αυτά τα κάνει πιο ενδιαφέροντα η γλαφυρή αφήγηση των μύθων από τη Νότια Αφρική που περιλαμβάνονται στο καταπληκτικό Otherland του Tad Williams, ένα τετράτομο έργο που με συνεπήρε. Γιατί οι φυλές των ιθαγενών να φτιάξουν αυτούς τους μύθους; Πώς λειτουργούσε η σκέψη τους και τι γίνεται αν δούμε με σύγχρονο βλέμμα τις πανάρχαιες προφορικές παραδόσεις; Αλλά και ο προβληματισμός για τα Ομηρικά έπη και τη θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα βρίσκει με αυτό το κεφάλαιο γόνιμο έδαφος.

Ας αφήσουμε τις υποθέσεις για το βαθύ παρελθόν που δε γίνεται να μας αποκαλύψουν και πολλά, θα μου πείτε. Ωραία, αλλά ο Lindberg μας φέρνει μπροστά σε ακόμη περισσότερη ασάφεια. Θέλετε να κάνουμε επιστήμη; Ας κάνουμε, αλλά πρώτα πείτε μου τι είναι επιστήμη. Τι ακριβώς θέλετε να κάνουμε; Να μια συζήτηση εξαιρετικά δύσκολη αλλά και λεπτή, που η σημασία της είναι μεγάλη.

Αν ο ιστορικός της επιστήμης δυσκολεύεται να κάνει τη δουλειά του όταν δε γίνεται εύκολα να καθοριστεί ποιο κομμάτι της ανθρώπινης σκέψης είναι επιστήμη και ποιο όχι, ποια μέθοδος είναι επιστημονική και ποια όχι, ποια πρακτική εφαρμογή της θεωρίας παραμένει επιστήμη και ποια όχι, φανταστείτε τη δυσκολία του επιστήμονα εκείνου που συνειδητά προσπαθεί να δει τη φύση χωρίς το βάρος των προκαταλήψεων που του κληροδότησαν οι προηγούμενοι.

Γράφω αυτές τις γραμμές για την προσπάθεια για απροκατάληπτη και κριτική επιστημονική έρευνα και σκέφτομαι το ενδιαφέρον που θα παρουσιάζει η κοινωνιολογία της επιστήμης, αντικείμενο που αποτελεί και επιλεγόμενο μάθημα της ΣΕΜΦΕ. Είμαι περίεργος να δω πώς αναπτύσσεται ο σχετικός προβληματισμός και στο μάθημα αυτό. Ας ξαναγυρίσω όμως προς το παρόν στον Lindberg.

Πέρα από τις άφθονες αφορμές για προβληματισμό, μας δίνει και πολύτιμες πληροφορίες για τους αρχαίους Αιγύπτιους και τους Βαβυλώνιους. Το αριθμητικό σύστημα των Βαβυλωνίων, δεκαδικό μέχρι το 59 και με βάση το εξήντα από εκεί και πέρα είναι αρκετά ενδιαφέρον. Όπως επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι Βαβυλώνιοι είχαν αναπτύξει περισσότερο τα μαθηματικά από τους Αιγύπτιους οι οποίοι περιορίζονταν κυρίως σε γεωμετρικά προβλήματα, σε αντίθεση με τους Βαβυλώνιους οι οποίοι απασχολούνταν και με αλγεβρικά προβλήματα που όμως τα έλυναν με αριθμητικές μεθόδους ελλείψει άλγεβρας.

Το κεφάλαιο κλείνει με μια σύντομη αναφορά στην ιατρική αυτών των λαών, ένα κράμα δεισιδαιμονίας και πρακτικής γνώσης. Είναι συναρπαστικό πώς ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργήσει σε πρακτικό επίπεδο και χωρίς αξιόλογη θεωρητική γνώση της πραγματικότητας. Μια εφαρμογή μπορεί να είναι σωστή ακόμα και όταν οι αρχές που έχει ο δρων άνθρωπος στο κεφάλι του είναι πέρα για πέρα λανθασμένες. Φυσικά αργά ή γρήγορα θα βρει μπροστά του ανυπέρβλητα εμπόδια. Αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη δημιουργία μιας κάποιας πρακτικής η οποία απαλύνει κάποια από τα προβλήματα που δημιουργούνται στη ζωή σε αυτές τις κοινωνίες.