Το κεφάλαιο για την Ρωμαϊκή και την πρώιμη Μεσαιωνική Επιστήμη ξεκινά με μια περιγραφή της παιδείας στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, φέρνοντας στο επίκεντρο της προσοχής μας το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που ήταν διαθέσιμη αλλά και το ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτή την εκπαίδευση, ζητήματα αρκετά σημαντικά για κάθε κοινωνία.
Η ελληνική παιδεία κυριάρχησε στη Ρώμη εξαιτίας των ειδικών σχέσεων των δυο λαών και της ανωτερότητας της ελληνικής επιστήμης, φιλοσοφίας και τέχνης. Οι πλούσιοι Ρωμαίοι πολίτες είχαν την πολυτέλεια να αποκτήσουν ελληνική παιδεία και να ασχοληθούν με τα γράμματα και τις τέχνες. Οι περισσότεροι αριστοκράτες θέλησαν να πάρουν από την παιδεία αυτά που θα τους χρησίμευαν για να κάνουν μια λαμπρή καριέρα στη Ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα θεωρητικά ερωτήματα της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης να μην τύχουν μεγάλης προσοχής.
Μεγάλες προσωπικότητες του πνεύματος, όπως ο Ποσειδώνιος, ο Βάρρων, ο Κικέρων, ο Λουκρήτιος, ο Σενέκας, ο Κέλσος, ο Βιτρούβιος, ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο Μαρτιανός και ο Μακρόβιος κατάφεραν να εκλαϊκεύσουν την επιστήμη και τη σοφία των Ελλήνων και να την μεταφέρουν στην λατινική γλώσσα, δημιουργώντας ένα πνευματικό περιβάλλον με το οποίο η ελληνική πνευματική παραγωγή μπόρεσε να μεταφυτευτεί σε έναν διαφορετικό πολιτισμό.
Παράλληλα, μεταφράζονται στα λατινικά ο Τίμαιος του Πλάτωνα τόσο από τον Κικέρωνα όσο και από τον Χαλκίδιο, του οποίου η μετάφραση τελικά σώζεται, τα Φαινόμενα του Άρατου, πάλι από τον Κικέρωνα, ένα μέρος από τα Λογικά του Αριστοτέλη, τα Στοιχεία του Ευκλείδη και η Εισαγωγή του Πορφύριου από τον Βοήθιο, ενώ η λατινική Δύση χάνει τη ζωτικότητά της και τελικά παρακμάζει. Η γνώση της ελληνικής διανοητικής παραγωγής περιορίζεται σε αυτά τα ελάχιστα πρωτογενή έργα και στις ανθολογίες, τις εγκυκλοπαίδειες, τα υπομνήματα, και τα εγχειρίδια που είχαν εκλαϊκευτικό χαρακτήρα. Η σωζόμενη γνώση στα λατινικά αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν τη δούμε υπό το πρίσμα της παιδείας στη Δύση κατά τον Μεσαίωνα.
Βλέπουμε τελικά πως παρά το γεγονός ότι ο πλατωνισμός, ο σκεπτικισμός, ο αριστοτελισμός, ο στωικισμός, και η επικούρεια φιλοσοφία διαδόθηκαν στους ανώτερους πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στο δυτικό κομμάτι μπλόκαραν την περαιτέρω επιστημονική πρόοδο. Με την διάδοση δε του Χριστιανισμού, το βάρος δόθηκε στην θεολογία, η οποία επισκίασε όλες τις άλλες πνευματικές δραστηριότητες.
Μολονότι είναι αλήθεια πως ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε εχθρικός απέναντι στην πνευματική παραγωγή, το βαθύ αρνητικό, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα στην ιστορία της επιστήμης που έφερε ο Χριστιανισμός έχει να κάνει με τη στροφή στο ενδιαφέρον σε θεολογικές λεπτότητες που απορρόφησαν το διανοητικό ενδιαφέρον διανοιών που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στις φυσικές επιστήμες. Η θρησκευτική πίστη, μολονότι συνυπήρξε με την στοιχειώδη και την κάπως ανώτερη εκπαίδευση, προσπάθησε να υποτάξει τις επιστήμες και τις τέχνες σε μια θεολογική agenda και έστρεψε το πνευματικό ενδιαφέρον σε περιοχές της διανόησης που είχαν ελάχιστη επίδραση στις φυσικές επιστήμες.
Έτσι, αν και πρέπει να σημειωθεί η προσφορά προσωπικοτήτων όπως ο νεοπλατωνικός ως προς τη φιλοσοφία και πρώην Μανιχαίος και μετέπειτα Χριστιανός ως προς τη θρησκεία Αυγουστίνος, που μετέφεραν πολλά στοιχεία της ελληνικής φιλοσοφίας δια της επεξεργασίας του χριστιανικού δόγματος στις μάζες, αλλά και η προσφορά των μοναστικών παραδόσεων (π.χ. Βενέδικτος, Κασσιόδωρος) στην εκπαίδευση μερίδας του λατινογενούς πληθυσμού, η συνεισφορά του δυτικού Χριστιανικού κόσμου στην ιστορία των φυσικών επιστημών περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διάσωση του διανοητικού νήματος μέσα από ορισμένα έργα του Ισίδωρου της Σεβίλης και του Βέδα της Νορθουμβρίας ώστε να μη χαθεί εντελώς στις κοινωνίες του Δυτικού Χριστιανισμού η γνώση που πρόσφεραν στον κόσμο οι αρχαίοι Έλληνες για το σύμπαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου