Σε αντίθεση με τη Δύση, στην Χριστιανική Ανατολή δεν υπήρξε απότομη πτώση του μορφωτικού επιπέδου, καθώς η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επήλθε ύστερα από πολλούς αιώνες. Ακόμη, η ελληνόφωνη Ανατολή δε χρειάστηκε ποτέ μεταφράσεις για να προσεγγίσει τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, η πνευματική παραγωγή των οποίων έμεινε ζωντανή, είτε ως αποδεκτή γνώση, είτε ως ιδεολογικός αντίπαλος που πολεμήθηκε με μένος από τους Χριστιανούς διανοητές.
Ο Lindberg, στο κεφάλαιο αυτό κάνει το συνηθισμένο λάθος πολλών Δυτικών διανοητών που δεν έχουν εκτεταμένη επαφή με την Βυζαντινή διανοητική παραγωγή να υποτιμήσει το μέγεθος της Βυζαντινής θεολογικής σκέψης. Αν κανείς μελετήσει τη Βυζαντινή γραμματεία θα διαπιστώσει πως η διαλεκτική των αρχαίων Ελλήνων εξακολουθούσε να παίζει κεντρικό ρόλο στις διανοητικές διαμάχες των απογόνων τους. Μπορεί το ιδεολογικό πλαίσιο να είχε αλλάξει και τα διανοήματα του Πλάτωνα να τα διαδέχτηκαν τα διανοήματα του Παύλου και του Ιησού αλλά η ελληνική σκέψη σφράγισε τον τρόπο με τον οποίον διεξαγόταν ο διάλογος σε θεολογικό επίπεδο.
Όπως είπαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Χριστιανισμός έστρεψε την προσοχή σε θεολογικά ζητήματα με αποτέλεσμα οι φυσικές επιστήμες να χάσουν τη ζωντάνια τους και τα ερωτήματα που αυτές έθεταν να χάσουν την επιτακτικότητά τους. Αν όμως η μόρφωση δεν περιορίζεται σε αυτές, αλλά καλύπτει και περιοχές όπως είναι οι φιλοσοφικές θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων, τότε δε βλέπω τον λόγο για τον οποίο η υψηλού επιπέδου θεολογία των Βυζαντινών (ή των Αράβων) δεν μπορεί να αξιώνει από εμάς να την αναγνωρίσουμε ως παιδεία υψηλού επιπέδου. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι η θεολογία σχετίζεται με τη θρησκεία, αλλά στο ότι μια ολόκληρη κοινωνία στράφηκε προς ενδιαφέροντα που δεν άπτονται των φυσικών επιστημών με αποτέλεσμα οι τελευταίες να απολέσουν το σφρίγος τους.
Μετά από τη σύντομη αναφορά στο Βυζάντιο (άλλωστε ο συγγραφέας είναι ειδικός στη Μεσαιωνική Δύση), ο Lindberg στρέφει το ενδιαφέρον του στην μετάδοση της ελληνικής σκέψης στην εκτός Βυζαντίου Ανατολή, όπως αυτή συνέβη με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με τους διωγμούς των θεωρούμενων ως αιρετικών που τους ώθησαν πέρα από τα Βυζαντινά σύνορα, οδηγώντας έτσι σε ζυμώσεις μεταξύ της ελληνικής - βυζαντινής σκέψης και της περσικής - ισλαμικής πνευματικής παραγωγής.
Έτσι, οι ελληνόφωνοι Νεστοριανοί έφεραν τον Γαληνό και τον Ιπποκράτη στον Αραβικό κόσμο*, μαζί με τον Τίμαιο του Πλάτωνα (ένα κείμενο που αναδεικνύεται κομβικό για Δύση και Ανατολή), τα Λογικά αλλά και άλλα έργα του Αριστοτέλη αλλά και τα Στοιχεία του Ευκλείδη και την Μεγίστη του Πτολεμαίου καθώς και έργα του Αρχιμήδη. Η μεταφραστική δραστηριότητα αποδεικνύεται κοπιώδης. Προσωπικότητες όπως ο Χουναΐν, ο γιος του Ισάκ, και ο Θαμπίτ, συνέβαλαν τα μέγιστα στην μεταφορά μεγάλου όγκου ελληνικής σκέψης και γνώσης στα συριακά και τα αραβικά, ενώ βασιλιάδες όπως ο Χοσρόης ο Α' και ο αλ-Μαμούν (ιδρυτής του Οίκου της Σοφίας στη Βαγδάτη) πήραν υπό την προστασία τους ανθρώπους των γραμμάτων και συνέβαλαν στην άνθηση του πολιτισμού.
Η επίδραση που είχε αυτή η διανοητική προσπάθεια στην μουσουλμανική κοινωνία δεν είναι ξεκαθαρισμένη. Οι ειδικοί διατυπώνουν διαφορετικές θεωρίες, από τις πλέον αρνητικές (περιθωριοποίηση της "ξένης" σοφίας στην ισλαμική κοινωνία) μέχρι τις πλέον θετικές (οικειοποίηση της ελληνικής γνώσης από τον μουσουλμανικό πολιτισμό). Από ό,το φαίνεται όμως το εκπαιδευτικό σύστημα στο Ισλάμ δεν έκανε τίποτα για να προάγει τη σκέψη σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και ίσως αυτό και να εξηγεί την παρακμή της ισλαμικής επιστήμης μετά τον δέκατο τρίτο αιώνα, σε μια εποχή δηλαδή που κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές ανακατατάξεις αλλάζουν το γεωπολιτικό σκηνικό με την άφιξη των Μογγόλων και των Τούρκων στα Αραβικά εδάφη.
Εδώ ανακύπτουν ποικίλα ερωτήματα σχετικά με τη σχέση της θρησκείας ή οποιασδήποτε ιδεολογίας με τη φυσική επιστήμη. Έχουμε ήδη δει τα εμπόδια που έβαλε ο Χριστιανισμός στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, και το ζήτημα του Ισλάμ ανοίγει και άλλο τον προβληματισμό. Αλλά και στη σύγχρονη εποχή μπορούμε να δούμε διάφορες ιδεολογικές συγκρούσεις που επέδρασαν και στην επιστήμη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις περιόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα. Βέβαια, μια ιδεολογία μπορεί να επιδράσει και θετικά, επειδή ορισμένες αντιλήψεις μπορεί να απελευθερώσουν τη δημιουργικότητα της ανθρώπινης νόησης και να αποφέρουν σημαντικούς διανοητικούς καρπούς σε ορισμένα σημεία, αλλά προσωπικά προτιμώ η επιστημονική περιέργεια να είναι το βασικό κίνητρο της επιστημονικής έρευνας και όχι πολιτιστικές προκαταλήψεις ή οικονομικές απολαβές να καθορίζουν την πορεία της επιστήμης.
Η πρακτική ωφέλεια από την επιστημονική γνώση είναι άλλο ένα θέμα που θέτει ο Lindberg. Για ποιον λόγο οι Μουσουλμάνοι να ασχοληθούν με τον Αριστοτέλη και τον Γαληνό τη στιγμή που έχουν τον Προφήτη και η ζωή τους ρυθμίζεται πλήρως από τον λόγο του Θεού; Τελικά, από ό,τι βλέπουμε, πολύ πρακτικά αντικείμενα όπως η ιατρική και η αστρονομία αναπτύχθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ ορισμένες θεωρητικές φιλοσοφικές αναζητήσεις των αρχαίων Ελλήνων δεν είχαν κάποια διάδοση μεταξύ των διανοουμένων, ακριβώς γιατί δεν είχαν κάποια πρακτική εφαρμογή και χρησιμότητα. Επίσης έγινε κατανοητό, όπως και στη Δύση, ότι η γραφειοκρατία της κεντρικής διοίκησης απαιτεί μορφωμένους ανθρώπους που θα στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό. Η μόρφωση, δηλαδή, έδινε εφόδια σε εκείνους που είχαν φιλοδοξίες και ήθελαν να συμμετέχουν στη διοίκηση του κράτους, βοηθώντας στην σωστή διεκπεραίωση των κρατικών υποθέσεων.
Πάντως, το ερώτημα για ποιον λόγο να ασχοληθεί μια κοινωνία ή ένας επιστήμονας με ένα συγκεκριμένο κομμάτι της επιστήμης παραμένει πάντα επίκαιρο. Ή, αν θέλετε, για ποιον λόγο να ασχοληθώ εγώ με την ιστορία της επιστήμης στον Μεσαίωνα τη στιγμή που το ενδιαφέρον μου συγκεντρώνεται στη λειτουργία του φυσικού κόσμου και όχι στην αρχαία ιστορία; Ο λόγος για τον οποίον ασχολούμαι με αυτά τα ζητήματα στο blog είναι για τον γόνιμο προβληματισμό που η ιστορική ανάλυση δημιουργεί σχετικά με τον τρόπο που κάνουμε επιστήμη στις μέρες μας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχεις την πολυτέλεια της ιστορικής ανασκόπησης ώστε να μπορείς να συνειδητοποιείς τις παγίδες στις οποίες η ανθρώπινη σκέψη έπεσε και στις οποίες μπορεί να ξαναπέσει εκτός και αν βρίσκεσαι σε επιφυλακή.
Μετά από μια συζήτηση για τη μαθητεία των Μουσουλμάνων διανοητών στα αρχαία ελληνικά γραπτά (βλέπε και την επόμενη ανάρτηση περί αναβίωσης της παιδείας στην Δύση), ο Lindberg μιλάει πολύ συνοπτικά περί της συνεισφοράς των Ισλαμιστών διανοουμένων στην Αστρονομία και την Οπτική (διέδωσαν και διόρθωσαν τις αρχαίες ελληνικές θεωρίες). Από ό,τι φαίνεται το βιβλίο δεν απασχολείται με την προσφορά του Ισλαμικού κόσμου στην Επιστήμη, όσο με την επίδραση του Ισλάμ στην δυτικοευρωπαϊκή ιστορία της επιστήμης με την μετάδοση των αρχαίων ελληνικών θεωριών αλλά και μερικών μουσουλμανικών θεωριών περί του σύμπαντος που θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο.
Το κομμάτι του Ισλάμ κλείνει προσωρινά με μια συνοπτική ιστορική επισκόπηση και με μια αναφορά στην παρακμή της Ισλαμικής επιστήμης κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα. Συγκεκριμένα, και εντελώς σχηματικά, η μετάφραση των ελληνικών κειμένων στα αραβικά ξεκινά στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα και συνεχίζεται ολόκληρο τον 9ο αιώνα. Ήδη από τα μέσα του 9ου αιώνα ξεκινούν επιστημονικές εργασίες σε όλους τους τομείς της ελληνικής επιστήμης, οι οποίες δίνουν σοβαρά επιτεύγματα μέχρι και το μέσο του 13ου αιώνα.
Η Βαγδάτη των Αββασιδών (9ος - 13ος αιώνας), το Κάιρο των Φατιμιδών (11ος και 12ος αιώνας), η Κόρδοβα και το Τολέδο των Ομμεϋαδών (13ος και 14ος αιώνας) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των επιστημών. Όμως, οι θρησκευτικές διαμάχες, η αντίθεση προς την επιστημονική πρόοδο από ένα μεγάλο κομμάτι του Ισλάμ και οι πόλεμοι σε όλη την έκταση του Αραβικού κόσμου τόσο με τη Δύση όσο και με νεοεμφανιζόμενες στην περιοχή δυνάμεις, οδηγούν στην πτώση των μεγάλων κέντρων της Ισλαμικής παιδείας (11ος -13ος αιώνας για Ισπανία από Χριστιανούς, 13ος αιώνας για Βαγδάτη από Μογγόλους) οδηγούν σε κατάρρευση στο επίπεδο της Ισλαμικής επιστήμης. Η ειρήνη, η οικονομική ευημερία και η θρησκευτική ανοχή αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη επιστήμης.
* Από ό,τι φαίνεται, μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων παρεμβάλλεται η Περσία, με τα Συριακά ως γλώσσα των γραμμάτων, στην οποία και μεταφράζονται πολλά ελληνικά έργα πριν μεταφραστούν στα αραβικά. Στην Περσία άνθισε και η περίφημη Jundishapur, η ιστορία της οποίας δεν είναι ξεκάθαρη, και που μαζί με άλλα περσικά αστικά κέντρα αποτέλεσε σημείο πνευματικής ανάπτυξης για τους Νεστοριανούς και για τους Πέρσες, ανάπτυξη που πάντα βασιζόταν στα αρχαία ελληνικά κείμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου