Ένα σημαντικό κενό που αξίζει να καλυφθεί σε όλα τα μαθήματα ιστορίας της δυτικής επιστήμης, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Αριστοτέλης και οι Αριστοτελικοί διατύπωσαν τις απόψεις τους για τη φύση. Δεν αρκεί να ξέρω για την φιλοσοφική λίθο, την πρώτη ύλη, το θείο και τον φώσφορο, τα minima, την ουσία και τη μορφή, αλλά πρέπει να ξέρω και πώς δημιούργησαν αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο.
Αυτό το ζήτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι θέτει ένα σωρό επιστημολογικά προβλήματα. Το βιβλίο του Lindberg δεν αναλύει, δυστυχώς, το γιατί οι διανοητές της αρχαιότητας και του μεσαίωνα εξήγησαν τον φυσικό κόσμο με τον τρόπο που το έκαναν (εκτός και αν δεχθούμε πως η κύρια προσπάθεια ήταν η εξαγωγή συμπερασμάτων με την παραγωγική σκέψη από ορισμένες "προφανείς" προκείμενες προτάσεις, ζήτημα που θίγει και ο Lindberg στο τελευταίο κεφάλαιο), αν και αφήνει κάποια παράθυρα ανοιχτά ώστε να δούμε πως ο Αριστοτέλης προσπαθούσε να εξηγήσει συγκεκριμένα παρατηρησιακά δεδομένα διατυπώνοντας τις θεωρίες που διατύπωσε. Όπως και να έχει, η σχέση παρατήρησης και λογικής επεξεργασίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για κάθε επιστημονική προσπάθεια στον τομέα των φυσικών επιστημών.
Το μεγαλύτερο μάθημα κατά τη γνώμη μου που δίνει το κεφάλαιο περί μεσαιωνικής φυσικής είναι η ανάγκη να ξεχωρίσουμε μεταξύ επιστημονικής υπόθεσης και γεγονότος / συμπεράσματος. Όταν συνειδητά χρησιμοποιούμε ένα εννοιολογικό πλαίσιο ως υπόθεση στην προσπάθειά μας να εξερευνήσουμε την φυσική πραγματικότητα και όταν απαιτούμε αποδείξεις για κάθε "συμπέρασμα" στο οποίο καταλήγουμε, αποδείξεις οι οποίες αντέχουν στην πίεση λογικών αντιρρήσεων, τότε η επιστημονική μας προσπάθεια έχει γερή προστασία.
Οι ιστορικοί προσπαθούν τώρα να δείξουν πως η μεσαιωνική θέαση του κόσμου είχε μια συνοχή και μια εσωτερική λογική που εξυπηρετούσε πολλές ανάγκες και πως απαντούσε σε σημαντικά ερωτήματα και συνεπώς δεν μπορούμε εύκολα να την θεωρήσουμε ανόητη συγκρίνοντάς την με τη μοντέρνα γνώση για το σύμπαν. Εμένα δε με ενδιαφέρει η αποκατάσταση μιας κουλτούρας η οποία έχει χαθεί, αλλά η κριτική της δικής μας επιστημονικής αντίληψης για τον κόσμο, ώστε να μην πέσουμε στα ίδια λάθη, αλλά να έχουμε σαφή συναίσθηση του τι ξέρουμε, του τι υποθέτουμε και του τι δεν ξέρουμε.
Όταν μπερδεύουμε αυτά που νομίζουμε πως ισχύουν με αυτά που πραγματικά ισχύουν, τότε δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Η αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η φύση μπλοκάρεται, γίνονται εξαιρετικά τεχνικές συζητήσεις οι οποίες ανταποκρίνονται σε διανοητικά κατασκευάσματα και όχι στην πραγματικότητα και η κοινωνία στερείται των εφαρμογών που θα είχε αν ο τρόπος λειτουργίας της φύσης δεν είχε παρερμηνευτεί. Είναι πραγματικά θαυμαστή η ποσότητα μελανιού που χύθηκε στο παρελθόν για ζητήματα τα οποία σήμερα δεν έχουν καμία σημασία. Ακόμα και αν πει κανείς πως αποτελούν απαραίτητα ή έστω χρήσιμα βήματα στην πορεία ανάπτυξης της επιστήμης, δεν υπάρχει τίποτα το απαραίτητο ή το χρήσιμο στην λανθασμένη αντίληψη ότι αυτές οι σκέψεις περιγράφουν την πραγματικότητα όπως είναι.
Διαβάζοντας την ιστορία των διανοητικών διενέξεων της αρχαιότητας, διαπιστώνω ένα... μπέρδεμα! Διανοητές παρατηρούν και σκέφτονται πάνω σε αυτά που παρατηρούν (ή σκέφτονται σκέτα) και μπερδεύουν αυτά που σκέφτονται με αυτά που παρατηρούν. Επιστήμονες διατυπώνουν μεθοδολογικές προτάσεις ώστε να καταλήγουν σε έγκυρα συμπεράσματα και οι ίδιοι καταπατούν, χωρίς να το συνειδητοποιούν και χωρίς να προβληματίζονται για αυτό, τη μεθοδολογία που έχουν προτείνει. Κείμενα μεταφράζονται από τη μια γλώσσα στην άλλη και φιλοσοφίες περνούν από τη μια κουλτούρα στην άλλη με όλες τις δυσκολίες που ατό έχει στην κατανόηση. Γενιές μετά από κάποιον διανοητή γίνονται προσπάθειες ερμηνείας των διανοημάτων του χωρίς καν να υπάρχει πρόσβαση στις αρχικές πηγές. Παρανοήσεις συμβαίνουν και γίνονται τμήμα της "γνώσης" μιας εποχής, ενώ τεχνικές (και βαρετές!) συζητήσεις λαμβάνουν χώρα για διανοήματα που λίγους αιώνες μετά θεωρούνται ξεπερασμένες φαντασίες. Απίστευτο χάος!
Για να ξαναγυρίσω όμως στη μεσαιωνική φυσική, πρέπει να πω πως μου κάνει εντύπωση η μεσαιωνική επεξεργασία πολλών εννοιών που θεωρούμε σήμερα δεδομένες. Δεν το λέω απλά ως ιστορική παρατήρηση, αλλά επειδή τα φιλοσοφικά θεμέλια της μεσαιωνικής εποχής στα οποία βασίστηκαν οι έννοιες αυτές σήμερα έχουν εκλείψει αλλά οι έννοιες παραμένουν σε κάποια χρήση. Για παράδειγμα, οι διανοητές του Μεσαίωνα φιλοσοφούσαν σχετικά με τα πράγματα και τις ιδιότητές τους και απέδιδαν ένταση και ποσότητα στις ιδιότητες. Έτσι, έβλεπαν τη θερμότητα σαν μια ιδιότητα που επιδέχεται έντασης (περισσότερο ή λιγότερο θερμό) και ποσότητας (μεγαλύτερη ή μικρότερη θερμή μάζα), ενώ σήμερα αποδίδουμε την θερμότητα σε κινήσεις μορίων και τη χρησιμοποιούμε στην επιστήμη μόνο περιγραφικά χωρίς να θεωρούμε πως είναι ξεχωριστή ποιότητα της ύλης.
Παρόμοια είδαν στον Μεσαίωνα και την κίνηση, ως μια ποιότητα με ένταση την ταχύτητα και προσπάθησαν να λύσουν φιλοσοφικά το ζήτημα του πώς γίνεται η κίνηση. Αυτό, μαζί με το παράδειγμα της θερμότητας, με κάνει να σκεφτώ πως είναι σημαντικό να ξεχωρίζουμε μεγέθη στα οποία δεν αποδίδουμε πραγματικότητα από μεγέθη που χρησιμοποιούμε για πρακτικούς σκοπούς, να ξεχωρίζουμε δηλαδή την πραγματικότητα από τα εργαλεία που μας βοηθάνε στην έρευνά μας και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη φυσική σημασία και τη σχέση με την πραγματικότητα των εννοιών που χρησιμοποιούμε.
Αντιπαρέρχομαι τις φιλοσοφικές και θεολογικές συζητήσεις του Μεσαίωνα για την κίνηση, συζητήσεις δηλαδή που χρησιμοποιούσαν περισσότερο τη δημιουργική φαντασία των διανοητών παρά προσέγγιζαν με αυτό που σήμερα θα λέγαμε επιστημονικό τρόπο την πραγματικότητα, όπως του William του Ockham με την φιλοσοφική αρχή του περί οικονομίας και του Jean Buridan με τα θεολογικά του δόγματα περί παντοδυναμίας ενός προσωπικού θεού, και προχωράω σε ζητήματα που έχουν ένα επιστημονικό ενδιαφέρον -επιστημονικό με την έννοια των φυσικών επιστημών- όπως η διάκριση μεταξύ κινηματικής και δυναμικής, η επινόηση μαθηματικών τρόπων χειρισμού ορισμένων φυσικών φαινομένων αλλά και η αφαιρετική διαδικασία με την οποία εντοπίζουμε φυσικές αρχές σε περίπλοκα φαινόμενα που συμβαίνουν στη φύση.
Τα μεγάλα πανεπιστημιακά κέντρα της Δύσης, δηλαδή το Παρίσι (Geraldus των Βρυξελλών, Nicole Oresme) και η Οξφόρδη (Merton College) επεξεργάστηκαν τον 14ο αιώνα έννοιες σχετικές με την κίνηση, όπως είναι η ταχύτητα, η στιγμιαία ταχύτητα και η ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση και έκαναν τα πρώτα βήματα στον λατινόφωνο κόσμο για την ποσοτικοποίηση ποιοτικών μέχρι τότε εννοιών, χρησιμοποιώντας γεωμετρικές παραστάσεις. Ο Oresme συνέδεσε (πώς;) με την απόσταση το εμβαδό της παράστασης της ταχύτητας με τον χρόνο, ενώ διατυπώθηκαν θεωρήματα σχετικά με την ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση, όπως ότι η απόσταση που διανύει ένα σώμα που κινείται με ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση είναι ίδια με την απόσταση που διανύει ένα σώμα με σταθερή ταχύτητα ίση με τη μέση ταχύτητα του πρώτου σώματος και ότι η απόσταση που διανύεται στο δεύτερο μισό μιας ομαλά επιταχυνόμενης κίνησης είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτήν που διανύεται στο πρώτο μισό.
Στο σημείο αυτό, ας σημειωθεί πως αυτή η διανοητική παραγωγή σε συμπεριελάμβανε πειράματα σχετικά με την κινηματική, αλλά αποτελούσε μια εργασία του πνεύματος σχετικά με κινήσεις που δεν ταυτίζονταν με τις κινήσεις που παρατηρούνταν στη φύση.
Ας περάσουμε τώρα στην δυναμική, δηλαδή στη συζήτηση σχετικά με την αιτία της κίνησης. Οι θεωρίες του Αριστοτέλη για κινούντα που προκαλούν την κίνηση και για φυσικές κινήσεις τις οποίες κάνουν τα σώματα εξαιτίας της ίδιας της φύσης των πραγμάτων κυριάρχησαν στον Μεσαίωνα και καθόρισαν το πλαίσιο των σχετικών συζητήσεων. Το πλαίσιο αυτό εμπλουτίστηκε με τη μετάφραση του έργου του Βυζαντινού διανοητή Ιωάννη Φιλόπονου, ο οποίος στον 6ο αιώνα άσκησε δριμεία κριτική σε πολλές απόψεις του Αριστοτέλη και πρότεινε ένα διαφορετικό κοσμοείδωλο. Στο ζήτημα που μας απασχολεί τώρα, ο Φιλόπονος μίλησε για μια άυλη κινητήρια δύναμη η οποία επιβάλλεται στο σώμα που κινείται εξηγώντας με αυτόν τον τρόπο γιατί ένα βλήμα συνεχίζει να κινείται αφού χάσει την επαφή του με τον εκτοξευτή - κινούν.
Οι ιδέες του Φιλόπονου χρησιμοποιήθηκαν για να εξηγηθεί η κίνηση των βλημάτων, η πτώση των αντικειμένων στη γη και η κίνηση των ουράνιων σωμάτων, μέσα από την έννοια της ορμής - impetus η οποία είναι μια ποιότητα των σωμάτων που κινούνται (εδώ είναι η θεμελιώδης διαφορά με την ορμή - momentum των νεώτερων χρόνων). Η ισχύς της μπορεί να μετρηθεί από την ταχύτητα και την ποσότητα της ύλης του σώματος που κινείται και αποτελεί ένα ρήγμα στην αριστοτελική αντίληψη περί αναγκαιότητας ενός εξωτερικού κινούντος.
Με το έργο τους, οι μεσαιωνικοί λόγιοι προσπάθησαν να θέσουν το εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γινόταν η μελέτη της κίνησης. Στο κομμάτι της δυναμικής, ο Αριστοτέλης, ο Φιλόπονος και ο Αβερρόης αποτέλεσαν αντικείμενο κριτικής από τον Thomas Bradwardine στην Οξφόρδη. Ο Αριστοτέλης είχε θεωρήσει την ταχύτητα ανάλογη της δύναμης και αντιστρόφως ανάλογη της αντίστασης και με βάση και αυτήν την αντίληψη αντιτάχθηκε στην ιδέα ύπαρξης απολύτου κενού. Ο Φιλόπονος άσκησε κριτική στον Αριστοτέλη και έφτασε πολύ κοντά στη νεώτερη αντίληψη περί ελεύθερης πτώσης. Ο Bradwardine προσπάθησε να μαθηματικοποιήσει (χωρίς τη χρήση συμβόλων, και χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά εργαλεία που είχε διαθέσιμα) τις απόψεις των προηγούμενων διανοητών και να εκφράσει τις δικές του απόψεις (νόμος της δυναμικής, που συσχέτιζε την ταχύτητα με τη δύναμη και την αντίσταση), χωρίς όμως να προχωρήσει σε πειράματα ώστε να διαπιστώσει ποιο μοντέλο ήταν κοντά στην πραγματικότητα. Το έργο του το συνέχισαν άλλοι διανοητές (Richard Swineshead, Nicole Oresme) και έτσι το ενδιαφέρον κρατήθηκε ζωντανό μέχρι την ανάδειξη της νέας επιστήμης.
Για το τέλος, ο Lindberg αφήνει το κομμάτι της οπτικής, ένα αντικείμενο με το οποίο ο ίδιος έχει ασχοληθεί ενδελεχώς στην καριέρα του. Οι Έλληνες άφησαν το ζήτημα μπλεγμένο. Κυριαρχούσαν δυο μεγάλες θεωρίες σχετικά με την αιτία της όρασης. Η μία σχολή, με εκπρόσωπο τον Αριστοτέλη και τους Ατομικούς, θεωρούσε πως το φως έρχεται από τα αντικείμενα προς τον οφθαλμό, ενώ η άλλη σχολή, με τον Πλωτίνο, τον Ευκλείδη και τον Πτολεμαίο θεωρούσε πως η όραση ξεκινά από τον οφθαλμό, ο οποίος παράγει μια ακτινοβολία η οποία εκπορεύεται προς το φυσικό περιβάλλον.
Παράλληλα, οι Έλληνες ιατροί ανέπτυξαν θεωρίες σχετικά με την φυσιολογία και την ανατομία της οπτικής (Γαληνός, Ηρόφιλος). Οι Άραβες επιστήμονες ανέλαβαν να ενοποιήσουν τα κομμάτια αυτά της οπτικής και φτάνουν στην ακμή τους με το έργο του Αλχαζέν, ο οποίος αποδέχεται την αιτιολογία της όρασης την οποία πρότεινε ο Αριστοτέλης και τροποποιεί τον μαθηματικό χειρισμό της οπτικής του Ευκλείδη και του Πτολεμαίου ώστε τόσο ο οπτικός κώνος όσο και οι λοιποί μαθηματικοί χειρισμοί να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θεωρία πρόσληψης του φωτός από τον οφθαλμό. Οι γνώσεις του μεγάλου αυτού Μουσουλμάνου διανοητή χαρακτηρίζονταν από εξαιρετική ευρύτητα και η σκέψη του επηρέασε καθοριστικά τον Μεσαιωνικό κόσμο, όταν το έργο του μεταφράστηκε στα Λατινικά τον 13ο αιώνα.
Ο Αλχαζέν, γνωστός και σαν Δεύτερος Πτολεμαίος στη Δύση, (μαζί με τον Αλ- Κίντι) διατύπωσε την θεωρία ότι τα σημεία του φωτεινού σώματος ακτινοβολούν, σε αντίθεση με την μέχρι τότε άποψη ότι ολόκληρο το φωτεινό αντικείμενο ακτινοβολούσε ως ολότητα. Με αυτήν την καινοτομία, χρησιμοποιώντας τις μαθηματικές και τις ιατρικές γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων, οι Άραβες διανοητές διατύπωσαν μια ενοποιημένη θεωρία για την οπτική που είχε τεράστιο εξηγητικό εύρος. Μελετήθηκαν τα φιλοσοφικά ζητήματα της αιτιολογίας της όρασης, τα ζητήματα της διάθλασης και της ανάκλασης, διάφορα φυσικά φαινόμενα όπως το ουράνιο τόξο, ακόμα και η ψυχολογία της οπτικής αντίληψης. Ο Αλχαζέν θεώρησε πως ο φακός του οφθαλμού λαμβάνει υπόψη του μόνο τις κάθετες ακτίνες φωτός και έτσι, από το σύνολο των διαφορετικών ακτίνων, καταφέρνει και δημιουργεί ένα είδωλο του φωτεινού αντικειμένου.
Από το σημείο αυτό έγινε ένα πισωγύρισμα με τη διάδοση των αραβικών ιδεών στη Δύση, καθώς ο Ρογήρος Βάκωνας τροποποίησε τις αραβικές αντιλήψεις ώστε να κάνει χώρο για τις νεοπλατωνικές ιδέες περί ακτινοβολίας που πηγάζει από τον οφθαλμό και εκπορεύεται προς το εξωτερικό περιβάλλον. Ο Bacon, που μαζί με τους Pecham και Witelo καθόρισε τις αντιλήψεις της Δύσης περί οπτικής για τους επόμενους αιώνες, διατύπωσε την ιδέα πως ο οφθαλμός παράγει ακτινοβολία η οποία εξευγενίζει τις προσπίπτουσες ακτίνες ώστε να μπορούν να επιδράσουν αποτελεσματικά στον οφθαλμό. Άλλωστε, η επίδραση που είχε ο Τίμαιος του Πλάτωνα, ένα έργο που όπως έχουμε πει καθόρισε για αιώνες τη γνώση της Δύσης περί φύσης, προτού ξανα-αποκτηθούν τα υπόλοιπα έργα των Ελλήνων διανοητών, αλλά και η αντίληψη ότι "κατά βάθος" όλες οι αυθεντίες πρέπει να συμφωνούν μεταξύ τους, οδηγούσε στην επίδραση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών αντιλήψεων επί της νέας γνώσης.
Από αυτό το σημείο παρέλαβε τη σκυτάλη ο Κέπλερ τον 17ο αιώνα, συμβάλλοντας σημαντικά στη γνώση μας για την οπτική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου