Τον 12ο αιώνα η δυτική διανόηση είχε διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εικόνα του κόσμου μέσα από τα χριστιανικά και τα νεοπλατωνικά κείμενα. Όταν ανακτήθηκαν τα έργα των Ελλήνων σοφών αλλά και των σχολιαστών τους, οι διανοητές έπρεπε να τα αφομοιώσουν και να δουν πώς ταιριάζουν με αυτά που ήδη ήξεραν. Η διαδικασία αυτή ήταν επίπονη αλλά τελικά οδήγησε στην επέλαση του αριστοτελισμού.
Η Εκκλησία, όπως είχε γίνει και στο Βυζάντιο αιώνες πριν, αντέδρασε στην αρχή απέναντι στα δόγματα του Αριστοτέλη, σε όσα έρχονται σε αντίθεση με τα Χριστιανικά δόγματα και τα καταδίκασε σε συνόδους στις αρχές του 13ου αιώνα. Όμως, ήδη από τα μέσα του 13ου αιώνα, ο αριστοτελισμός ξεπέρασε τις απαγορεύσεις και καθιερώθηκε ως η κατεξοχήν πανεπιστημιακή διδασκαλία περί φύσης.
Μερικά από τα δόγματα του Αριστοτέλη που ήταν αντίθετα με τα δόγματα του Χριστιανισμού είναι αυτό της αιωνιότητας του κόσμου, της θνητότητας των ψυχών, της αιτιοκρατίας στην φύση όπου το ένα αντικείμενο κινεί το άλλο με φυσική νομοτέλεια και η κίνηση όλων ανάγεται σε ένα πρώτο κινούν και της αναγκαιότητας η φύση να είναι όπως την βλέπουμε. Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί με τοπικές συνόδους στο Παρίσι η Καθολική Εκκλησία καταδίκασε τον Αριστοτέλη το 1210 και το 1215, ενώ το 1231 ο Πάπας Γρηγόριος ο Θ' ζήτησε να καθαριστούν τα κείμενα του Σταγειρίτη φιλοσόφου από τα "λάθη", δηλαδή από εκείνες τις αντιλήψεις που ήταν αντίθετες με τα χριστιανικά δόγματα.
Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον η Δύση κατανόησε ορθά τον Αριστοτέλη. Όταν βρίσκεις ξαφνικά μερικά νέα κείμενα της ποιότητας των αριστοτελικών συγγραμμάτων, και έρχεσαι από ένα τόσο περιορισμένο background όπως αυτό του Μεσαίωνα, είναι αναπόφευκτο πως θα υπάρξουν πολλές δυσκολίες. Υπήρξαν προβλήματα στη γλώσσα, αλλά και στην κατανόηση και για να ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα οι λόγιοι της εποχής προσπάθησαν να ταιριάξουν αυτά που μάθαιναν με αυτά που ήδη ήξεραν αλλά και χρησιμοποίησαν τους σχολιαστές που ήδη είχαν αναπτύξει τις δικές τους απόψεις για το τι εννοούσε ο Αριστοτέλης.
Έτσι, στην αρχή η επίδραση του Άραβα Αβικέννα ήταν μεγάλη. Άλλωστε αυτός ήταν πιο κοντά στον νεοπλατωνισμό που γνώριζε η Δύση. Στη συνέχεια όμως ο Αβικέννας πέρασε σε δεύτερη μοίρα, γιατί ο Αβερρόης γνώρισε τεράστια δημοφιλία, τέτοια ώστε να τον αποκαλούν απλά "ο Σχολιαστής". Οι ειδικοί έχουν αποφανθεί πως ο Αριστοτέλης παρεξηγήθηκε σε πολλά σημεία, τόσο από τους ίδιους τους σχολιαστές όσο και από τους Μεσαιωνικούς λατινόφωνους διανοητές, αλλά πολλές παρεξηγήσεις στάθηκαν πηγές δημιουργικότητας. Είναι αλήθεια πως τα πράγματα δεν ήταν τα ίδια στο Βυζάντιο, όπου υπήρχε συνέχεια στην εκπαίδευση και τα αριστοτελικά συγγράμματα δεν είχαν χαθεί ποτέ, αλλά αυτό μικρή πια σημασία έχει, μιας και η φυσική και η μεταφυσική του Αριστοτέλη έχουν ξεπεραστεί εδώ και αιώνες.
Για να μην πλατειάσουμε σχετικά με τους λεπτούς και άνευ νοήματος για εμάς σήμερα θεολογικούς ελιγμούς που έγιναν τον 13o αιώνα για να στηριχτεί ο αριστοτελισμός από μερικούς σημαντικούς θεολόγους (Ρόμπερτ Γκροσσετέστ, Ρογήρος Βάκωνας, Αλβέρτος Μέγας, Μποναβεντούρα, Θωμάς Ακινάτης) θα περιοριστούμε στο να υπενθυμίσουμε δύο πράγματα: Πρώτον, όπως είπαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι οι φοιτητές της θεολογίας ήταν και καθηγητές της φιλοσοφίας και πολλοί από αυτούς ήταν και μοναχοί.
Και δεύτερον, όταν ο Χριστιανισμός αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ζήτημα της ελληνικής φιλοσοφίας, κάποιοι πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας υπερασπίστηκαν σε πολλά σημεία τα ελληνικά κείμενα και αυτοί αποτέλεσαν τις αυθεντίες πάνω στις οποίες μπορούσαν να στηριχτούν οι επόμενοι για να δικαιολογήσουν τη θέση τους στο ζήτημα που δημιουργούσε η ανάκτηση της ελληνικής φιλοσοφίας. Ειδικά ο Αυγουστίνος, με την μεγάλη του επιρροή, βοήθησε ώστε να βρεθεί ισχυρό πάτημα στην αρχή της εκκλησίας ώστε να γίνει εφικτή η αποδοχή της ελληνικής φιλοσοφίας σε μεγάλο βαθμό.
Παράλληλα όμως με αυτούς τους διανοητές που προσπάθησαν να συμβιβάσουν τον Αριστοτέλη με τον Χριστιανισμό, υποτάσσοντας τη διδασκαλία του στα Χριστιανικά δόγματα, άλλοι διανοητές χρησιμοποίησαν την μέθοδο του φιλοσοφικού στοχασμού για να φτάσουν σε θέσεις που ήταν αντίθετες με βασικά Χριστιανικά δόγματα. Έτσι η αντίδραση των συντηρητικών ήταν αναμενόμενη. Στα 1270 και στα 1277, αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια και στην Αγγλία, οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές καταδίκασαν μια σειρά θέσεων του Αριστοτέλη και των νεο-αριστοτελιστών, υπερασπιζόμενοι την παντοδυναμία του χριστιανικού θεού και τα άλλα χριστιανικά δόγματα.
Τελικά όμως, το αριστοτελικό σύστημα όπως αυτό διαμορφώθηκε από τα αριστοτελικά συγγράμματα, τους σχολιαστές, τις παρανοήσεις των μεσαιωνικών στοχαστών και τη λογοκρισία της εκκλησίας, κατέκτησε κυρίαρχη θέση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση στη δυτική Ευρώπη. Τον 14ο αιώνα, η φιλοσοφία και η θεολογία σχημάτισαν μια ανακωχή, με την υποτέλεια της φιλοσοφίας στην θεολογία: το εύρος με το οποίο θα μπορούσε να καταπιαστεί με βεβαιότητα η φιλοσοφία περιορίστηκε, ώστε να αφήνεται χώρος στη θεολογία χωρίς αμφισβητήσεις. Παράλληλα όμως λύθηκαν ορισμένα ζητήματα που αφορούν στη σχέση του χριστιανικού θεού με τον κόσμο και που επομένως έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αιτιοκρατίας στη φύση: ο θεός καθόρισε το σύμπαν στη στιγμή της δημιουργίας, κατά την οποία έχοντας υπόψη του όλα όσα θέλει εκείνος να γίνουν δημιούργησε τις συνθήκες με τρόπο τέτοιον ώστε όλα να γίνουν, ακόμα και θαύματα σε απάντηση συγκεκριμένων περιστατικών που θα ελάμβαναν χρόνια πολύ μετά τη δημιουργία. Έτσι, με έμμεσο τρόπο απέκτησε η φυσιοκρατία ένα πάτημα στην μεσαιωνική σκέψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου