
Το πρώτο πράγμα που βλέπουμε από την ιστορία της μεσαιωνικής επιστήμης είναι πως όταν οι συνθήκες στην δυτική Ευρώπη ομαλοποιήθηκαν, όταν βρέθηκε μια σταθερότητα η οποία ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ειρήνη, τότε δημιουργήθηκαν και οι προϋποθέσεις να αναπτυχθεί ξανά η παιδεία. Στο τέλος του όγδοου αιώνα, ο Καρλομάγνος ξεκινά μια αναγέννηση στον χώρο της μόρφωσης που είχε παρακμάσει με την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση. Ο Αλκουίνος, μαθητής του Βέδα, καλείται από την Ιρλανδία να διαμορφώσει το πρόγραμμα της σχολής που ιδρύει ο Κάρολος, στην οποία κυριαρχεί το θεολογικό στοιχείο αλλά διδάσκονται και οι περίφημες ελευθέριες τέχνες, μια σχολή και μια μορφωτική προσπάθεια που γρήγορα δίνει καρπούς.
Προτού όμως περάσουμε στους καρπούς του έργου του Αλκουίνο, πρέπει να σημειώσουμε πως η έμφαση που δόθηκε στην θεολογία έχει και έναν αναγκαστικό χαρακτήρα, μιας και το μεγαλύτερο μέρος της παιδείας των αρχαίων μη χριστιανών συγγραφέων δεν ήταν διαθέσιμο στην κοινωνία του Καρλομάγνου. Με την εξαίρεση των ελάχιστων έργων που είδαμε, στην διαθέσιμη γραμματεία κυριαρχούν θεολογικά έργα των λατινόφωνων πατέρων. Το υπάρχον υλικό, σε συνδυασμό με τα ενδιαφέροντα της εποχής, ανάγκασαν την εκπαίδευση να λάβει τη μορφή που τελικά έλαβε.
Τον επόμενο αιώνα, σημειώνεται η συμβολή του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη, ο οποίος μετέφρασε τον ψευδο-Διονύσιο στα λατινικά. Τα κείμενα του ψευδο-Διονυσίου είναι εξαιρετικής ποιότητας θεολογικά κείμενα που επηρέασαν καθοριστικά την πνευματική ζωή σε Ανατολή και Δύση. Επειδή στην παρούσα ανάρτηση επικεντρωνόμαστε στη δυτική Ευρώπη, αρκεί να πούμε πως η μετάφραση των αρεοπαγιτικών κειμένων στα λατινικά έφερε στο προσκήνιο σημαντικές ιδέες από την νεοπλατωνική φιλοσοφία, οι οποίες πήραν κεντρική θέση στην πορεία που ακολούθησε η σκέψη των διανοουμένων στη Δύση. Ο Εριγένης προσπάθησε να συνθέσει την νεοπλατωνική με την χριστιανική φιλοσοφία και σχολίασε επίσης το διαδεδομένο εκλαϊκευτικό έργο του Μαρτιανού Καπέλλα όπου παρουσιάζεται συνοπτικά και σε αδρές γραμμές ένα κομμάτι της αρχαίας επιστήμης και σκέψης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης και στον άνθρωπο που αργότερα έγινε ο Πάπας Σιλβέστρος ο Β', έναν άνθρωπο που παράλληλα με την εκκλησιαστική του καριέρα καλλιέργησε ένα πάθος για τα μαθηματικά και την αστρονομία, και που δε δίστασε να διασχίσει τα Πυρηναία για να έρθει σε επαφή με την αραβική μαθηματική σκέψη. Ως Πάπας προσπάθησε να ευνοήσει την μαθηματική παιδεία και η σταδιοδρομία του δείχνει ανάγλυφα τις συνέπειες που είχε, σε βάθος χρόνου, το μορφωτικό έργο του Καρλομάγνου και των διαδόχων του.
Θα μου πεις, γιατί κάθομαι τώρα και λέω ονόματα άγνωστα στους περισσότερους. Τι το ενδιαφέρον έχει δηλαδή μια μετάφραση μερικών μικρών βιβλίων ενός χριστιανού θεολόγου και ένας Πάπας που είναι και μέτριος μαθηματικός; Κάθομαι βραδιάτικα και γράφω αυτά που γράφω γιατί από πίσω τους βρίσκεται ολόκληρος προβληματισμός.
Πόσο σημαντική είναι η πολιτική, κοινωνική και οικονομική σταθερότητα στην ανάπτυξη της μόρφωσης; Ποια η σημασία της αστάθειας και της φτώχειας στην πτώση του μορφωτικού επιπέδου;
Τι μπορεί να κάνει ένας κατάλληλα πεπαιδευμένος άνθρωπος όταν βρει άφθονη οικονομική και πολιτική υποστήριξη; Πόσο σημαντική είναι η πολιτική παρέμβαση για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης;
Ποια η σημασία ενός υψηλής ποιότητας κειμένου όταν το επίπεδο της παιδείας είναι πολύ χαμηλό; Τι επίδραση μπορούν να έχουν ορισμένα σπουδαία κείμενα σε μια διανοητικά φτωχή εποχή; Αυτό είναι ένα ερώτημα που βρίσκεται σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα με την επίδραση που είχαν τα σωζόμενα κείμενα των αρχαίων και αυτά που ανακτήθηκαν από τους Άραβες και τους Βυζαντινούς.
Ποια η σημασία ανθρώπων με φιλομάθεια και επιστημονικά ενδιαφέροντα σε θέσεις ισχύος για την ανάπτυξη της επιστήμης και της μόρφωσης; Ποια η επίδραση της θρησκευτικής εξουσίας στην εξέλιξη των επιστημών; Ποια η σχέση μεταξύ καριέρας και χόμπι;
Και από αυτά τα ερωτήματα, περνάμε στη σχέση της ανάπτυξης των πόλεων με την αναγέννηση της μόρφωσης. Μετά την εποχή που δέσποζαν μερικά μοναστήρια στον τομέα της μόρφωσης, τώρα αναπτύσσονται σχολές, αλλού σε καθεδρικούς ναούς και αλλού όχι, πάντως μέσα στις πόλεις και εκτός μοναστηριών. Το Παρίσι, η Μπολόνια και η Οξφόρδη αποτελούν το αποκορύφωμα μιας κίνησης που ξεκινά από την Laon,την Rheims, την Chartres και την Ορλεάνη.
Στις σχολές αυτές η μόρφωση λαμβάνει χώρα γύρω από τα μεγάλα αρχαία κείμενα που είχαν διαθέσιμα οι κοινωνίες αυτές. Η Βίβλος, μερικοί Πατέρες της Εκκλησίας, ο Τίμαιος του Πλάτωνα, τα Λογικά του Αριστοτέλη, ο Μαρτιανός Καπέλλα και ο Μακρόβιος και μερικοί Ρωμαίοι ποιητές, ρήτορες και φιλόσοφοι αποτελούν το επίκεντρο των πνευματικών ενδιαφερόντων των διανοουμένων της εποχής. Αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την επανάσταση που έφερε η ανάκτηση των κειμένων του Αριστοτέλη αργότερα. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει μια εκπαιδευτική προσπάθεια. τη στιγμή που υπάρχει ένα υψηλής ποιότητας ταμείο γνώσεως, είναι πολύ φυσικό να επικεντρωθούν οι προσπάθειες σε αυτό και να προσπαθήσουν οι διανοούμενοι να χτίσουν πάνω σε αυτό, πράγμα που μας κάνει να σκεφτούμε ακόμη περισσότερα ενδιαφέροντα ερωτήματα.
Πόσο περιορίζει αυτή η "μαθητεία" στις αυθεντίες την ανθρώπινη σκέψη; Αλλά και πόσο τυφλή είναι η ανθρώπινη σκέψη ελλείψει τέτοιων αυθεντιών που θέτουν κατευθύνσεις πάνω στις οποίες θα κινηθεί η σκέψη; Αυτά τα ερωτήματα αφορούν τόσο τον Μεσαιωνικό κόσμο, όσο τον Ισλαμικό πολιτισμό αλλά και την δική μας επιστήμη και τους δρόμους που έχει πάρει τους τελευταίους αιώνες.
Η δε επίδραση του ελληνικού τρόπου σκέψης, δηλαδή της λογικής συζήτησης των ιδεών, κυρίως με την επίδραση του Αριστοτέλη, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η διδασκαλία στη Μεσαιωνική Δύση και κατ' επέκταση στη σύγχρονη επιστήμη. Από τη στιγμή που έχει γίνει αποδεκτό πως η λογική θα χρησιμοποιηθεί ως τρόπος ελέγχου των διαφόρων διδασκαλιών, η σκέψη έχει κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την πρόοδο.
Μη φανταστείτε όμως πως ο ορθολογισμός του Μεσαίωνα ήταν σκέτος ορθολογισμός. Συνοδευόταν από την πεποίθηση της κατοχής της απόλυτης αλήθειας μέσω της χριστιανικής θρησκείας και την αυτοπεποίθηση που αυτό έδινε. Η λογική χρησιμοποιήθηκε με συγκεκριμένους τρόπους και σε συγκεκριμένες υποθέσεις· υπήρχε ένα πλήρες μη-λογικό υπόβαθρο που δημιουργούσε την ατμόσφαιρα στην οποία λειτουργούσε η λογική. Έτσι, θεολόγοι "αποδείκνυαν" την ύπαρξη του Θεού, ή "συμβίβαζαν" τα ασυμβίβαστα, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που τους φαίνονταν λογικά αλλά φυσικά δεν υπαγορεύονταν από τη λογική. Ο ορθός λόγος από τον απλό λόγο, ακόμα και από τον εύλογο λόγο, έχει μεγάλη διαφορά και αυτό είναι άλλο ένα χρήσιμο μάθημα που παίρνουμε από την μεσαιωνική ιστορία της δυτικής σκέψης.
Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο ενθουσιασμός που δημιουργήθηκε γύρω από τον ορθό λόγο, έστω και αν αποδείχτηκε τελικά διαλυτικός για την χριστιανική πίστη εκπρόσωποι της οποίας τον αγκάλιασαν, έδωσε τεράστια ώθηση στον δυτικό πολιτισμό, καθιστώντας τον τον πιο δυναμικό πολιτισμό στον πλανήτη. Η επιστημονική επανάσταση, καθώς και η επανάσταση στους θεσμούς και τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας παραμένουν επιτεύγματα αξεπέραστα στις μέρες μας.
Περιττό να πούμε πως το κύριο μέρος των συζητήσεων που έλαβαν χώρα στον χώρο των διανοουμένων είχε να κάνει με θεολογικά ζητήματα. Η κοινωνία ήταν θεοκρατική, επομένως η θεολογία κυριαρχούσε στην σκέψη. Παρόλα αυτά, με την επίδραση των πλατωνικών ιδεών η σκέψη πολλών διανοουμένων της εποχής κατάφερε να ξεπεράσει τον βασικό σκόπελο που έθετε η θρησκεία, περιορίζοντας τον ρόλο του θεού στη δημιουργία του κόσμου. Όπως ένας σπόρος αφήνεται μόνος του και μεγαλώνει "φυσιολογικά", έτσι και το σύμπαν κάτω από τις αρχικές προδιαγραφές που έθεσε μια υποτιθέμενη θεότητα λειτουργεί "φυσιολογικά" και άρα εμείς μπορούμε να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα μέσω της επιστήμης.
Κατά τη γνώμη μου, αυτή η διάκριση μεταξύ θεολογίας και φυσικής επιστήμης, αν και όχι απόλυτη, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την μετέπειτα ανάπτυξη της επιστήμης στη Δύση. Με το να φύγει ο θεός από το προσκήνιο στη φύση, άνοιξε ο δρόμος για την Αναγέννηση και την ανάπτυξη της επιστήμης.
Πάλι κάτω από την επίδραση του Πλατωνισμού, τα μαθηματικά (αλλά και η αστρολογία) ξαναήρθαν στην επιφάνεια, αλλά όχι με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα. Εκείνη την εποχή ήταν δεμένα με μη λογικές αντιλήψεις, μεταφέροντας ουσιαστικά μη λογικές ιδέες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων αιώνες μετά από την πρώτη τους ακμή.
Όμως η Ιστορία δεν έμεινε στον Πλάτωνα. Για λόγους που δεν μπορώ να διευκρινίσω, και που ενδεχομένως να είχαν να κάνουν με το εύρος της γνώσης που πρόσφερε ο Αριστοτέλης και το οικείο από την χριστιανική θρησκεία των μεταφυσικών αντικειμένων που δίδασκε ο Πλάτωνας, η Δύση εντυπωσιάστηκε από τον Αριστοτέλη. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η ανάπτυξη της μόρφωσης και σταθεροποιήθηκε η κατάσταση ώστε να μπορεί να γίνει αυτή δυνατή, η μετάφραση των έργων του Αριστοτέλη άνοιξε δρόμους στη δυτική σκέψη που μέχρι τότε κανείς δεν φανταζόταν ότι υπήρχαν.
Το μεταφραστικό έργο από τα ελληνικά στα λατινικά έγινε κυρίως στην Ιταλία και σε αυτό συνέβαλαν Βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι, ως ελληνόφωνοι, γνώριζαν τη γλώσσα των κειμένων. Άλλωστε, το Βυζάντιο δεν είχε χάσει ποτέ την παρακαταθήκη των αρχαίων, άσχετα αν η ελληνική φιλοσοφία είχε πολεμηθεί πολύ για θρησκευτικούς λόγους. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και άλλος ένας μεταφραστικός κόμβος, στην Ισπανία, όπου τα ελληνικά έργα μεταφράζονταν από τα αραβικά στα λατινικά. Άνθρωποι με πάθος για μάθηση δε δίσταζαν να ταξιδέψουν τεράστιες αποστάσεις για να αποκτήσουν πρόσβαση σε επιστημονικά ή φιλοσοφικά κείμενα, ή ακόμα και να μάθουν μια ξένη γλώσσα από το μηδέν για να μπορέσουν να μεταφράσουν κείμενα που θεωρούσαν σημαντικά στη γλώσσα τους.
Η μεταφραστική δραστηριότητα στον Μεσαίωνα μας επιτρέπει να θέσουμε το πρόβλημα των λαθών στη μετάφραση. Άλλωστε, φαίνεται ότι υπήρξε δημιουργική παρανόηση μερικών ιδεών του Έλληνα φιλοσόφου από τους λατινόφωνους διανοούμενους. Φυσικά, τα λάθη δεν αποτέλεσαν το τέλος μιας αναγεννητικής προσπάθειας, αλλά συνέβαλαν και αυτά στην πνευματική ανάπτυξη που συντελέστηκε. Η ανθρώπινη δημιουργικότητα αποδείχτηκε τόσο ισχυρή που προχώρησε μόνη της πέρα από το υλικό που ανέλαβε να κατανοήσει, υλικό που χρησιμοποίησε σαν βάση για να αναπτύξει τη δική της σκέψη.
Η ιστορία μας δείχνει τη σημασία που έχουν ορισμένοι σταθμοί στη μετάφραση των ελληνικών έργων, όπως είναι η εργασία του Κωνσταντίνου του Αφρικανού, ο οποίος αποσύρθηκε στο Μόντε Κασίνο και μετέφρασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό. Η εντύπωση που προκάλεσαν τα κείμενα αυτά, δημιούργησε την απαίτηση για περισσότερες μεταφράσεις. Ο ενθουσιασμός και το πάθος για τη γνώση, από τη στιγμή που θα καταναλώσουν τα πρώτα ποιοτικά έργα, οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη όρεξη για διεύρυνση της γνώσης.
Τι μεταφράστηκε; Γαληνός και Αριστοτέλης, Αβικέννας και Αβερρόης, Πτολεμαίος και Ευκλείδης... Η Δύση ανέκτησε μεγάλο μέρος από τη γνώση που είχε χαθεί και ξεκίνησε μια τιτάνια προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης, όπου η αυτοπεποίθηση που πρόσφερε η χριστιανική πίστη στάθηκε μάλλον χρήσιμη. Όταν έχεις αυτοπεποίθηση, προσπαθείς ξανά και ξανά να κατανοήσεις και να ερμηνεύσεις έργα που ξεπερνάνε την μέχρι τότε κουλτούρα σου και χρησιμοποιείς τη δημιουργικότητά σου παράγοντας πολιτισμό.
Η μεγάλη τομή για την πνευματική ζωή της Δύσης στον δωδέκατο αιώνα είναι η ανάπτυξη των πανεπιστημίων. Στην αρχή οι σχολές ήταν κινητές και δε δεσμεύονταν από τα όρια κάποιας πόλης ή από κτήρια. Αυτό συνέβαλε στην απόκτηση προνομίων, γιατί οι πόλεις ήθελαν να παραμείνουν σε αυτές τα μεγάλα πανεπιστήμια. Έτσι, τα πνευματικά ιδρύματα απέκτησαν αυτοτέλεια και αρκετή δύναμη, ενώ οι παρεμβάσεις άλλων στα εσωτερικά τους μειώθηκαν, με αποτέλεσμα η διδασκαλία και η πνευματική αναζήτηση να ανθίσουν (πάντα σε σύγκριση με το τι γινότανε μέχρι και τον ενδέκατο αιώνα).
Η συντεχνία (universitas) των διδασκόντων και διδασκομένων ζήτησε και πέτυχε υψηλή προστασία και έτσι, με τη βοήθεια Παπών, Αυτοκρατόρων και Βασιλιάδων οι οποίοι είχαν συνειδητοποιήσει τη ζωτική σημασία των ιδρυμάτων αυτών, τα Πανεπιστήμια απέκτησαν προνόμια φορολογικά, διοικητικά και άλλης φύσεως. Ιδιαίτερη ανάπτυξη είχαν τα Πανεπιστήμια της Μπολόνια, του Παρισιού και της Οξφόρδης, τα οποία αποτέλεσαν τα πρότυπα πάνω στα οποία αναπτύχθηκαν τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της Ευρώπης.
Έτσι, προϋπάρχουσες σχολές, στις οποίες διάφοροι καθηγητές που γύριζαν την Ευρώπη προσέλκυαν ποικίλο ακροατήριο και δίδασκαν με δική τους ευθύνη τα αντικείμενα στα οποία είχαν εντρυφήσει, σιγά σιγά αναδύθηκαν σε σεπτά εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρείχαν ανώτατου επιπέδου μόρφωση για την εποχή εκείνη. Νέοι δεκατεσσάρων ετών, αφού είχαν αποκτήσει τις στοιχειώδεις γνώσεις στο σχολείο και εφόσον επιθυμούσαν (αλλά και είχαν την οικονομική δυνατότητα) ανώτερου επιπέδου μόρφωση, εισάγονταν στα Πανεπιστήμια όπου διδάσκονταν τις ελευθέριες τέχνες.
Οι πιο πολλοί, είτε επειδή τέλειωναν οι πόροι τους, είτε επειδή πήραν τα εφόδια που τους χρειάζονταν για να κάνουν μια καριέρα, δεν ολοκλήρωναν τις σπουδές τους. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τη μεγάλη θνητότητα που μείωνε σημαντικά τον φοιτητικό πληθυσμό, εξαιτίας των διαφόρων επιδημιών και των κακών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Όσοι ολοκλήρωναν τις σπουδές τους έπαιρναν το πτυχίο του εργένη, bachelor's degree, και στη συνέχεια μπορούσαν να συνεχίσουν μέχρι να πάρουν το δίπλωμα του μάστερ των τεχνών (MA), οπότε και θα μπορούσαν να διδάξουν τις ελευθέριες τέχνες όπως όλοι οι άλλοι διδάσκαλοι.
Αν κάποιος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να μελετήσει σε μεταπτυχιακό επίπεδο ιατρική, νομική και θεολογία, διδάσκοντας παράλληλα ελευθέριες τέχνες. Εκεί οι σπουδές ήταν μακροχρόνιες και ελάχιστοι κατάφερναν να τις τελειώσουν. Επειδή οι καθηγητές των τεχνών αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία των διδασκόντων, εκείνοι είχαν τον έλεγχο των Πανεπιστημίων.
Σιγά σιγά το πρόγραμμα σπουδών άλλαξε, με την ηθική, τη λογική, τη μεταφυσική και την αριστοτελική φυσική να αποκτούν δεσπόζουσα θέση. ενώ τα μαθηματικά, η αστρονομία και η γραμματική να έχουν μικρή επιρροή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη των φυσικών επιστημών μιας και αποτέλεσε εμπόδιο αξεπέραστο για αιώνες, μέχρι την επιστημονική επανάσταση, που προκάλεσε έκρηξη στην ανάπτυξη των μαθηματικών και της αστρονομίας και γκρέμισε το οικοδόμημα της αριστοτελικής φυσικής και μεταφυσικής δίνοντας έμφαση στο πείραμα και τη μαθηματική επεξεργασία αντί για φιλοσοφικούς ισχυρισμούς εξαιρετικά αμφιβόλου ορθότητας (που όμως στον μεσαίωνα είχαν θέση αληθείας).
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η ομοιομορφία στην διδασκαλία μεταξύ των πανεπιστημίων. Όταν παντού διδάσκονται τα ίδια αντικείμενα από τα ίδια βασικά κείμενα, τότε η διδασκαλία τυποποιείται και δημιουργείται ένα σταθερό πλαίσιο που επιτρέπει την ανάπτυξη της μόρφωσης που μέχρι εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε αυτές τις κοινωνίες. Φυσικά, αυτό το πλεονέκτημα αποτελεί ταυτόχρονα και εμπόδιο στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, και αυτό είχε παραπάνω από μία όψεις.
Η συζήτηση για τα πανεπιστήμια, εξίσου επίκαιρη και στις μέρες μας, αναδεικνύει πολλές πτυχές του προβλήματος. Βλέπουμε πόσο σημαντική είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία όταν τα πανεπιστήμια θέτουν σαν κύριο στόχο τους την μόρφωση και την γνώση, ενώ παράλληλα δημιουργούνται και ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία τόσων πανεπιστημίων σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολη και μπαίνουν οικονομικά ζητήματα τα οποία πολλές φορές γίνονται κεντρικά βάζοντας στο περιθώριο την αναζήτηση και τη μεταβίβαση της γνώσης.
Αλλά και το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας, τα βασικά συγγράμματα και η προσωπικότητα των διδασκόντων που προσελκύουν διδασκομένους αποτελούν σημαντικά ζητήματα για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καλείται να εκπληρώσει τις ανάγκες μιας κοινωνίας για νέα γνώση και κατανόηση του κόσμου και για εφαρμογές της γνώσης αυτής για να βελτιωθεί η ζωή των ανθρώπων.
Όπως καταλαβαίνετε, είμαι ιδιαίτερα προβληματισμένος για τα χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, αλλά και για την πορεία της γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Πόση προσπάθεια και πόση δημιουργικότητα χρειάζεται για να ξεφύγουμε από κατεστημένες αντιλήψεις συντήρησης του στάτους κβο και για την επίλυση των μυστηρίων του σύμπαντος!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου