Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Μονοκοντυλιές(;) ή περί συνέχειας


Ώρα για το επόμενο βήμα μου. Αποφάσισα να διαβάσω το κεφάλαιο περί συνέχειας από τον Spivak, μιας και τις βρίσκω παντού μπροστά μου τις συνεχείς συναρτήσεις όταν μελετώ τις παραγώγους.

Το κεφάλαιο ξεκινάει ημι-παραγωγικά ημι-πειραματικά, μιας και αρχίζει με την εξερεύνηση της ισότητας - ορισμού της συνέχειας μέσα από σχετικά παραδείγματα γραφικών παραστάσεων. Εμένα θα με ενδιέφερε περισσότερο να άρχιζε από τον λόγο που φτάσαμε να μιλάμε για συνέχεια, να εξηγούσε δηλαδή ποιους σκοπούς εξυπηρετούσε η ανάδειξη της συνέχειας και ο ορισμός της πριν πάει κατευθείαν σε αυτήν.

Το δεύτερο που θέλω να σημειώσω είναι πως πάλι βρίσκω μπροστά μου τα όρια. Η εντύπωση που έχω σχηματίσει είναι πως τα όρια είναι ίσως η πιο σημαντική έννοια στον απειροστικό λογισμό και για αυτόν τον λόγο σκοπεύω να μελετήσω το αντίστοιχο κεφάλαιο μόλις ολοκληρώσω το κομμάτι της συνέχειας. Μόλις τελειώσω και τα όρια από τον Spivak, θα πιάσω παραγώγους, συνέχεια και όρια από τον Ρασσιά, για να έχω μια σφαιρικότερη εικόνα. Επίσης θα προσπαθήσω να βρω κανένα ενδιαφέρον άρθρο για το πώς εξελίχθηκε ο απειροστικός λογισμός τον 18ο και τον 19ο αιώνα, για να εμβαθύνω στους λόγους για τους οποίους αναπτύχθηκαν οι συγκεκριμένες έννοιες και στους διαφορετικούς τρόπους που χρησιμοποιήθηκαν για να προσεγγιστούν.

Εντύπωση μου κάνει μια παρατήρηση του συγγραφέα ότι μπορεί εύκολα να πέσει κανείς σε πλάνη με την διαισθητική αντίληψη περί συνέχειας, αλλά δε δίνει σχετικά παραδείγματα. Θα έχω τα μάτια μου ανοιχτά για σχετικά παραδείγματα κατά τη συνέχεια της μελέτης στο βιβλίο.

Η αλήθεια είναι πως εντόπισα ένα παρεμφερές παράδειγμα, με τη συνάρτηση που παίρνει την τιμή του αριθμού αν αυτός είναι ρητός και του μηδενός αν ο αριθμός είναι άρρητος. Αυτή η συνάρτηση, που κύριος οίδεν ποιος και γιατί τη σκέφτηκε, έχει μια παράξενη γραφική παράσταση και το όριό της στο μηδέν, λέει ο Spivak, είναι ίδιο με την τιμή της στο μηδέν, δηλαδή μηδέν, και επομένως είναι συνεχής στο μηδέν. Αυτό διαισθητικά δεν προκύπτει από πουθενά. Γιατί να υπάρχει όριο από μια συνάρτηση που ταλαντώνεται επ' άπειρον μεταξύ μηδενός και αριθμών διαφόρων του μηδενός, ακόμα και αν αυτοί οι αριθμοί προσεγγίζουν το μηδέν όσο μικραίνει το πεδίο ορισμού; Αυτή η "ταλάντωση" δε φαίνεται πουθενά και η συνάρτηση χαρακτηρίζεται συνεχής στο μηδέν! Η συνέχεια δηλαδή δε μας προστατεύει και τόσο από τις "ανωμαλίες" στις συναρτήσεις όπως διατείνεται ο Spivak.

Τώρα που μιλάμε για αυτήν τη συνάρτηση, για να δούμε είναι παραγωγίσιμη στο μηδέν; Σύμφωνα με τον ορισμό της παραγώγου, πρέπει να εξετάσουμε το όριο του λόγου της συνάρτησης στο h προς το h όταν το h τείνει στο μηδέν, αλλά για να το λύσουμε οριστικά αυτό πρέπει να εμβαθύνουμε στα όρια, οπότε θα το αφήσω για άσκηση όταν κάνω και το κεφάλαιο των ορίων. Περιμένω με ενδιαφέρον την απάντηση!

Μετά από αυτό, ο Spivak εξετάζει τη συνέχεια ορισμένων πολύ απλών συναρτήσεων και δείχνει με βάση τον ορισμό γιατί είναι συνεχείς και μας δείχνει ορισμένα θεωρήματα που έχουν να κάνουν με σύνθετες συναρτήσεις συνεχών συναρτήσεων τα οποία θα φαίνονται χρήσιμα στους χειρισμούς περισσότερο πολύπλοκων συναρτήσεων.

Μια άλλη παράξενη συνάρτηση που αναφέρει το βιβλίο είναι αυτή του Thomae, η οποία υποτίθεται πως είναι συνεχής στους άρρητους αριθμούς! Διαισθητικά πρόκειται για άλλο ένα συμπέρασμα που δε βγάζει νόημα, οπότε θα πρέπει να το μελετήσουμε με βάση τον ορισμό του ορίου όταν θα δούμε και το αντίστοιχο κεφάλαιο.

Για μερικές δε από τις αποδείξεις των θεωρημάτων για τον χειρισμό περισσότερο πολύπλοκων συναρτήσεων, χρησιμοποιείται ε-δ απόδειξη, με βάση δηλαδή τον ορισμό του ορίου που φαίνεται να χρησιμοποιεί το βιβλίο. Γι' αυτόν τον λόγο αυτά θα τα εκτιμήσουμε καλύτερα μόλις κάνουμε και τα όρια.

OMG! Διάβαζα τώρα σε ένα άρθρο ότι όταν ο Newton και ο Leibniz διατύπωναν τις αντιλήψεις τους για την Ανάλυση, δεν είχαν χρησιμοποιήσει ανισότητες, ενώ τώρα η μοντέρνα Ανάλυση βασίζεται σε άλγεβρα ανισοτήτων και σε αποδείξεις δ-ε που έχουν να κάνουν με ανισότητες! Θα δούμε αργότερα τι σημαίνει αυτό, αλλά αν οι ιδρυτές της σύγχρονης Ανάλυσης δεν είχαν χρησιμοποιήσει αυτές τις ανισότητες, τότε πώς είχαν ορίσει τα όρια και πώς εννοούσαν την Ανάλυση;

Εκεί που το ενδιαφέρον κορυφώνεται, πρέπει να κλείσουμε την ανάρτηση, αν και δε νιώθω πως έγινα σοφότερος σήμερα. Sorry Michael (εννοώ τον Spivak)! Σαν τις σειρές στην τηλεόραση:

TO BE CONTINUED

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Ξεκινώντας το ταξίδι στην Ανάλυση



Για την Μαθηματική Ανάλυση Ι πήρα το βιβλίο του Ρασσιά. Είχα διαβάσει πολύ καλές κριτικές. Και επίσης είχα από παλιά το βιβλίο του Spivak, το οποίο δεν είχα διαβάσει πέρα από τις πρώτες σελίδες. Καιρός λοιπόν να το μελετήσω συστηματικά. Άλλωστε, χρησιμοποιώντας και τα δυο βιβλία θα έχω μια πληρέστερη εποπτεία του αντικειμένου.

Από μια πρώτη γρήγορη ματιά στο κομμάτι της παραγώγου, ο Διαφορικός και Ολοκληρωτικός Λογισμός του Spivak μου φαίνεται πιο "πειραματικός" στην προσέγγιση που ακολουθεί, πιο "επαγωγικός", ενώ ο Ρασσιάς πιο "παραγωγικός" και "ξερός", με την έννοια ότι σου πετάει τους ορισμούς χωρίς όμως να το έχει παιδέψει το πράγμα και να σου έχει δώσει να καταλάβεις γιατί μελετάμε αυτούς τους συγκεκριμένους ορισμούς και όχι κάποιους άλλους και πώς φτάσαμε σε αυτούς.

Αυτό που θέλω εγώ από τη μελέτη που σκοπεύω να κάνω δεν είναι να αποκτήσω ξερές γνώσεις και τεχνικές όπως γίνεται συνήθως στο εκπαιδευτικό σύστημα. Άλλωστε εγώ δεν είμαι τυπικός εκπρόσωπος του εκπαιδευτικού συστήματος στην παρούσα φάση. Μελετάω αποκλειστικά και μόνο από περιέργεια, μεράκι και πάθος για τη γνώση. Ζητάω να καταλάβω τις βασικές έννοιες και να λύσω πολλές απορίες αντιλαμβανόμενος τη χρησιμότητα που έχουνε στα μαθηματικά και τη φυσική.

Γι' αυτόν τον λόγο αποφάσισα να ξεκινήσω ανορθόδοξα τη μελέτη της ανάλυσης. Όσες φορές προσπάθησα να ξεκινήσω από την αρχή το βιβλίο του Ρασσιά βαρέθηκα μετά από λίγο, οπότε τώρα θα ξεκινήσω από το κεφάλαιο της παραγώγου και θα προχωράω τα βιβλία και προς τις 2 κατευθύνσεις, ανάλογα με το πού με πάνε οι ερωτήσεις που θα μου δημιουργούνται.

Με μια ιδέα που πήρα καθώς τελείωνα το βιβλίο του Lindberg ξεκινάω την ανάλυση με σκοπό να καταλάβω μερικά συγκεκριμένα πράγματα.

Στο κομμάτι των μαθηματικών, θέλω να μάθω πώς βρίσκουμε την εφαπτομένη σε ένα σημείο μιας καμπύλης και πως βρίσκουμε το εμβαδόν που περικλείεται σε μια επιφάνεια.

Στο κομμάτι της φυσικής, θέλω να μάθω πώς βρίσκουμε τη στιγμιαία ταχύτητα, την επιτάχυνση και να σκεφτώ τι νόημα έχουν αυτές οι έννοιες, ποια είναι η φυσική τους σημασία, αν υπάρχουν άλλες έννοιες με πιο "πραγματική" φυσική σημασία και ποιες έννοιες είναι περισσότερο "κατάλληλες" για την περιγραφή μιας κίνησης.

Νομίζω πως είναι περιττό να αναφέρω πως έχω ξεχάσει ό,τι ήξερα από τα Μαθηματικά της Τρίτης Λυκείου (και ήμουν άριστος σε αυτά!), επομένως όλα θα τα ξαναμάθω από την αρχή.

Έχω τελειώσει το κεφάλαιο 9 του Spivak (7η έκδοση - 2001), αλλά δεν έχω ακόμα δει τις ασκήσεις στο τέλος του κεφαλαίου. Το ζουμί, κατά τη γνώμη μου βρίσκεται στην αρχή, γιατί εκεί γίνεται η προσπάθεια να καταλάβουμε τι είναι η παράγωγος.

Το κεφάλαιο ξεκινά με μια εποπτική - διαισθητική προσέγγιση, όπου ο αναγνώστης καλείται να εκτιμήσει το πρόβλημα της εφαπτομένης με γραφικές παραστάσεις συναρτήσεων που περιλαμβάνουν σημεία στα οποία η ιδέα της εφαπτομένης είναι προβληματική. Με αφορμή αυτό, ο συγγραφέας μας βάζει κατευθείαν στα βαθιά των μαθηματικών, γιατί μας πάει στη συμπεριφορά των συναρτήσεων, στη φύση τους και στις διάφορες ομάδες που υπάρχουν ή που, τέλος πάντων, εμείς μπορούμε να σχηματίσουμε. Αν και αυτή η πλευρά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, εγώ προς το παρόν νομίζω πως θα αρκεστώ με το τεράστιο πρόβλημα της εύρεσης εφαπτομένης ενός σημείου μιας καμπύλης.

Στη συνέχεια γίνεται μια προσπάθεια να καταλάβουμε πως δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό της εφαπτομένης όπως τον ξέρουμε για τον κύκλο από τη γεωμετρία και για τις υπόλοιπες καμπύλες και αφού το πρόβλημα είναι πια στο προσκήνιο γίνεται και μια προσπάθεια προσέγγισής του που έχει να κάνει με τις τέμνουσες και ενσωματώνει τη γνώση για τα όρια, γνώση που θα την μελετήσω αργότερα.

Τι κάνει λοιπόν; Παίρνει μια τέμνουσα, βρίσκει την εφαπτομένη της ευθείας αυτής και προσπαθεί να μικρύνει όσο γίνεται τη διαφορά μεταξύ των δύο σημείων που ορίζουν την τέμνουσα. Στην προσπάθεια να γίνει αυτή η διαφορά απείρως (εξ ου και απειροστικός λογισμός, γιατί το εννοιολογικό πλαίσιο που σχετίζεται με το άπειρο παίζει σημαντικό ρόλο, από ό,τι έχω καταλάβει, στην ανάλυση) μικρή, χρησιμοποιείται η έννοια του ορίου, και συγκεκριμένα εξετάζεται το όριο της εφαπτομένης της τέμνουσας όταν η διαφορά των δύο σημείων της καμπύλης που ορίζουν την τέμνουσα τείνει να μηδενιστεί. Αυτό το όριο είναι η παράγωγος της συνάρτησης σε αυτό το σημείο και με βάση αυτό ορίζεται η εφαπτομένης της καμπύλης στο σημείο αυτό.

Τα πράγματα είναι αρκετά ξεκάθαρα λοιπόν και για να γίνουν ακόμα πιο ξεκάθαρα θα πρέπει να ρίξουμε φως στην έννοια του ορίου. Υποπτεύομαι πως το όριο έχει τόση έννοια όση και το σημείο σε μια συνάρτηση. Μπορεί εμείς να θεωρούμε πως το σημείο έχει νόημα και πραγματικά να θεωρούμε τουλάχιστον τα σημεία που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένους αριθμούς έχουν νόημα, αλλά δε νομίζω πως η φυσική πραγματικότητα εμπεριέχει απείρως μικρές περιοχές χώρου και δε νομίζω πως και κάτι τέτοιο βγάζει νόημα από λογικής πλευράς, επομένως ο χειρισμός με τα όρια για την εφαπτομένη σε σημείο είναι αρκετά καλός.

Στη συνέχεια ο Spivak το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον, εξηγώντας πως ο τύπος για την εφαπτομένη της τέμνουσας που χρησιμοποιήσαμε προηγουμένως, όταν εφαρμοστεί σε μια ειδική συνάρτηση, αυτήν της απόστασης συναρτήσει του χρόνου για μια ευθύγραμμη κίνηση, μας δίνει τη μέση ταχύτητα, μια υποθετική ταχύτητα με την οποία αν κινούταν συνεχώς το κινητό θα είχε διανύσει την ίδια απόσταση στον ίδιο χρόνο. Το αντίστοιχο όριο για ένα σημείο της γραφικής παράστασης, η μέση ταχύτητα δηλαδή για δυο σημεία με διαφορά απείρως μικρή το ένα από το άλλο, αποτελεί αυτό που λέμε στιγμιαία ταχύτητα.

Με βάση αυτά που είπαμε προηγουμένως, εγείρονται ερωτήματα και για τη σχέση της στιγμιαίας ταχύτητας με την πραγματικότητα και άρα και της ταχύτητας γενικότερα. Μπορεί ως θεωρητικές αφαιρέσεις να είναι εξαιρετικές και με μεγάλη χρησιμότητα, αλλά ποια μεγέθη έχουν αντιστοιχία με φυσικές πραγματικότητες; Φυσικά όλος ο προβληματισμός θα μπορούσε να καταπέσει αν οριζόταν η παράγωγος με διαφορετικό τρόπο, αλλά όσο έχουμε τα όρια μέσα στον ορισμό, και τα σημεία μέσα σε μια συνεχή συνάρτηση, το ζήτημα παραμένει.

Μετά ο Spivak ορίζει τον ρυθμό μεταβολής και υπολογίζει παραγώγους για ορισμένες απλές συναρτήσεις χρησιμοποιώντας τον ορισμό. Αργότερα παρουσιάζεται ο συμβολισμός που χρησιμοποίησε ο Leibniz (εδώ πρέπει να πω πως έχω συνηθίσει τον συμβολισμό του Lagrange) και συνεχίζουμε με αποδείξεις γιατί ορισμένες απλές συναρτήσεις δεν έχουν παραγώγους, πάλι δουλεύοντας με τον ορισμό.

Στη συνέχεια εξερευνάται η σχέση συνέχειας - παραγώγου με τη διατύπωση του θεωρήματος ότι αν μια συνάρτηση είναι παραγωγίσιμη σε ένα σημείο, τότε θα είναι συνεχής και στο σημείο αυτό. Με λίγα λόγια, η συνέχεια είναι προαπαιτούμενο για την παραγώγιση, μια σχέση που διαισθητικά εντόπισα και νωρίτερα. Η απόδειξη του θεωρήματος γίνεται με παραγωγικό τρόπο και αυτό δε μου πολυαρέσει. Θα προσπαθήσω να επανέλθω αργότερα για να δω τι άλλο θα μπορούσε να γίνει.

Σημειώνεται βέβαια πως το αντίστροφο δεν ισχύει και πως υπάρχουν ένα σωρό συνεχείς συναρτήσεις που μπορεί να μην είναι παραγωγίσιμες σε σημεία του πεδίου ορισμού τους, είτε πρόκειται για ένα σημείο ή για μερικά σημεία, είτε ακόμα και για άπειρα σημεία. Δίνονται ορισμένα παραδείγματα και εδώ γίνεται και μια πρόκληση από τον Spivak, με την παρουσίαση μιας συνάρτησης που είναι συνεχής παντού αλλά πουθενά παραγωγίσιμη και την οποία θα ορίσει στο κεφάλαιο για την ομοιόμορφη σύγκλιση και τις δυναμοσειρές. Θα περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον να δω πως θα χειριστεί αυτήν την συνεχή συνάρτηση που έχει άπειρες αιχμές. Κατά τη γνώμη μου, το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ενισχύει τη γνώμη ότι η μαθηματική έννοια της συνέχειας δεν ταυτίζεται με την διαισθητική εικόνα μιας γραφικής παράστασης μιας συνεχούς συνάρτησης που έχουμε στο μυαλό μας.

Τα παραδείγματα συνεχίζονται, με μια συνάρτηση που περιέχει τη συνάρτηση του ημιτόνου και μια άλλη συνάρτηση, της οποίας ο ορισμός δεν αποκαλύπτεται και του οποίου η εύρεση αφήνεται ως πρόκληση - άσκηση για τον αναγνώστη. Για να δούμε, θα καταφέρω κάποτε να τον βρω; Στην δε συνάρτηση με το ημίτονο, το "πρόβλημα" στον σχεδιασμό της γραφικής παράστασης όταν πλησιάζουμε το σημείο Ο συσχετίζεται με την έλλειψη παραγώγου σε αυτό το σημείο, οπότε η παράγωγος μπορεί να μας φανεί χρήσιμη στην εξερεύνηση συναρτήσεων, αλλά γρήγορα διαπιστώνουμε πως υπάρχουν και άλλες συναρτήσεις που στο μάτι φαίνεται να έχουν παρόμοιο πρόβλημα στο Ο, που όμως έχουν παράγωγο στο σημείο αυτό. Επομένως πρέπει να διερευνηθεί και αυτό το ζήτημα.

Τέλος, δίνονται οι ορισμοί για παραγώγους μεγαλύτερης τάξεως μιας συνάρτησης. Με αυτό το εργαλείο διερευνούμε το ζήτημα που δημιούργησαν οι συναρτήσεις που μόλις αναφέραμε, καθώς το "πρόβλημα" θα εμφανιστεί κάποια στιγμή όσο διερευνούμε παραγώγους μεγαλύτερης τάξης αυτού του είδους των συναρτήσεων. Δε γίνεται όμως έτσι εύκολα να γενικεύσουμε, οπότε και θα έχει ενδιαφέρον η συνέχεια μελέτης των διαφόρων συναρτήσεων.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως έχουμε επινοήσει ένα σημαντικό εργαλείο μαθηματικής εξερεύνησης, με το οποίο μπορούμε να μελετήσουμε καλύτερα μαθηματικά αντικείμενα (τις συναρτήσεις), αλλά και να το χρησιμοποιήσουμε για την προσέγγιση του φυσικού κόσμου. Η συνέχεια θα είναι ενδιαφέρουσα, αρκεί να μη χάνουμε από το πεδίο της προσοχής μας τους κύριους στόχους μας.

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο Gottfried Leibniz, έτσι, για να τη σπάσουμε στον Νεύτωνα.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Άουτς!


Τώρα που θέλω να μελετήσω διαφορικό και ολοκληρωτικό λογισμό, τι τρόπο θα βρω να γράφω τα μαθηματικά σύμβολα στο blog; Οέο;

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Επίλογος

Γράφω αυτήν την ανάρτηση για να συνοψίσω τις εντυπώσεις μου γύρω από την αρχαία και τη μεσαιωνική επιστήμη.

Καταρχάς έχουμε την αρχαία Ελλάδα. Η διανοητική παραγωγή των Ελλήνων παραμένει κτήμα πολύτιμο της ανθρωπότητας, ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Οι Έλληνες έθεσαν τα ερωτήματα που μαγνητίζουν τη φαντασία και προκαλούν τη σκέψη κάθε ανθρώπου που έρχεται σε επαφή μαζί τους. Και αν είναι υπερβολή να πω πως αυτό συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο, τουλάχιστον συμβαίνει σε μένα και στους ανθρώπους των οποίων η γνώμη πάνω σε αυτά τα ζητήματα με ενδιαφέρει.

Από την αρχαία Ελλάδα κρατάω ακόμα τα όρια της ανθρώπινης σκέψης. Είναι πολύ εύκολο να παραπλανηθούμε με εύλογα επιχειρήματα, όταν δεν τηρείται η αυστηρή λογική και δεν υπάρχουν οι δικλείδες του πειράματος και της παρατήρησης. Ακόμα και τότε όμως πάλι μπορούμε να παραπλανηθούμε. Επομένως ο σκεπτικισμός είναι αναγκαίος για την προσπάθεια γνώσης της αλήθειας. Και ο σκεπτικισμός, είναι και αυτός ελληνική προσέγγιση της πραγματικότητας.

Από τον Μεσαίωνα κρατάω τους θεσμούς, τα Πανεπιστήμια, τα Νοσοκομεία, τις άδειες ασκήσεως επαγγέλματος, που συνέβαλαν με πολλούς τρόπους στην πρόοδο της επιστημονικής έρευνας. Με στενοχώρια σκέφτομαι την πτώση στο μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο που προκάλεσε η κατάκτηση της Δυτικής Ευρώπης και η κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε αυτές τις περιοχές, ενώ γεννιέται μέσα μου ελπίδα και χαρά όταν σκέφτομαι την επανάκτηση της αρχαίας ελληνικής γνώσης με τις μεταφράσεις.

Δέος μου προκαλεί η επισκόπηση των δρόμων που πήρε η ανθρώπινη σκέψη, που, πολλές φορές μέσα από τεθλασμένες οδούς, κατάφερε και προχώρησε μπροστά, χρησιμοποιώντας ενδύματα φιλοσοφικά, θεολογικά, μοναστικά. Η ανθρώπινη δημιουργικότητα κατάφερε να ξεπεράσει εμπόδια ανυπέρβλητα, όπως για παράδειγμα ο θεολογικός τετραγωνισμός του κύκλου, με τον παντοδύναμο θεό να δρα μέσα από τους φυσικούς νόμους, χρησιμοποιώντας την πρόγνωσή του κατά τη δημιουργία του κόσμου ώστε τα φυσικά φαινόμενα χιλιάδες χρόνια μετά να μεταφέρουν τις προαιώνιες βουλές του, ανοίγοντας έτσι διάπλατο το δρόμο για την χωρίς τύψεις ενασχόληση με τον φυσικό κόσμο σε ένα θεοκρατικό περιβάλλον.

Τώρα θα ξαναδώ με άλλο μάτι το πρώτο βιβλίο της ΣΕΜΦΕ που τελείωσα, την Καταγωγή της Σύγχρονης Επιστήμης. Θα προσπαθήσω επίσης να μάθω περισσότερα για την ιστορία των μαθηματικών και της φυσικής, χρησιμοποιώντας τα σχετικά βιβλία από τα αντίστοιχα μαθήματα της ΣΕΜΦΕ.

Θα κλείσω αυτόν τον κύκλο της ιστορίας της επιστήμης με δυο αποσπάσματα από τον Άραβα επιστήμονα Αλχαζέν.

Η αλήθεια αναζητάται για χάρη δική της... Το να βρεις την αλήθεια είναι δύσκολο και ο δρόμος που οδηγεί σε αυτήν είναι δύσβατος. Γιατί οι αλήθειες είναι βουτηγμένες στην αφάνεια... Ο Θεός, ωστόσο, δεν προφύλαξε τον επιστήμονα από το λάθος και δε διαφύλαξε την επιστήμη από τις αποτυχίες και τα σφάλματα. Αν είχε συμβεί αυτό, δε θα διαφωνούσαν μεταξύ τους οι επιστήμονες για κανένα σημείο της επιστήμης.

Επομένως, αυτός που αναζητά την αλήθεια δεν είναι εκείνος που μελετά τα γραπτά των αρχαίων και, ακολουθώντας τη φυσική του προδιάθεση, βάζει την εμπιστοσύνη του πάνω τους, αλλά μάλλον εκείνος που υποπτεύεται την εμπιστοσύνη του σε αυτά και αμφισβητεί όσα μαζεύει από αυτά, εκείνος που υποτάσσεται στην επιχειρηματολογία και την απόδειξη και όχι σε ρητά ανθρώπων, των οποίων η φύση είναι γεμάτη με όλα τα είδη των ατελειών και των ελλειμμάτων. Έτσι, το χρέος του ανθρώπου που ερευνά τα γραπτά των επιστημόνων, αν στόχος του είναι η γνώση της αλήθειας, είναι να κάνει τον εαυτό του εχθρό όλων όσων διαβάζει και, εφαρμόζοντας τη λογική του στον πυρήνα και τα περιθώρια του περιεχομένου τους, να τους επιτεθεί από κάθε πλευρά. Οφείλει επίσης να υποπτεύεται τον εαυτό του καθώς κάνει την κριτική του εξέταση, έτσι ώστε να αποφύγει να πέσει είτε σε προκατάληψη είτε σε επιείκεια.

Αριστοτελισμός, αλλά ποιος Αριστοτελισμός; (3) Γιατρέ, είμαι Αιγόκερως. Έχω πνευμονία;


Την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δυτική Ευρώπη ακολούθησε μια μακρά περίοδος όπου οι πνευματικές δραστηριότητες σημείωσαν κατακόρυφη πτώση. Επειδή όμως η ιατρική δεν αποτελεί μόνο λόγια δραστηριότητα, αλλά και πρακτική ανάγκη σε κομμάτι της οποίας μπορεί να ειδικευτούν απλοί άνθρωποι χωρίς λόγια μόρφωση, συνέχισαν κάποιοι άνθρωποι να ασκούν πρακτικά κομμάτια της ιατρικής (π.χ. μαιευτική, συλλογή βοτάνων για φαρμακευτική χρήση).

Η λόγια ιατρική γνώση της αρχαιότητας διασώθηκε σε ένα μικρό μέρος, μέσα από κάποιες εγκυκλοπαίδειες και από μεμονωμένα έργα τα οποία μελετήθηκαν σε χριστιανικά μοναστήρια. Πέρα από το εμπόδιο του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, η ιατρική έπρεπε να αντιπαλέψει και τις χριστιανικές προλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχει μια θεότητα παντοδύναμη η οποία τιμωρεί μέσω των ασθενειών αλλά και προσφέρει την ίαση όταν το κρίνει απαραίτητο. Η νατουραλιστική προσέγγιση της νόσου της ιπποκρατικής ιατρικής και της ιατρικής του Γαληνού έπρεπε να περάσει μέσα από διάφορα κύματα μέχρι να γίνει αποδεκτή, δια της θεολογικής αντιλήψεως που όριζε πως ο χριστιανικός θεός με τις προγνωστικές του ικανότητες ενεργεί μέσα από τους φυσικούς νόμους.

Αντίθετα από ό,τι συνέβαινε στη Δύση, στο Ισλάμ η ελληνική ιατρική είχε ευρεία διάδοση. Η καλλιέργεια και η ανάπτυξη της ελληνικής ιατρικής από Μουσουλμάνους ιατρούς είχε συνέπειες στη Δυτική Ευρώπη όταν η Δύση ήρθε σε επαφή με τον ισλαμικό κόσμο. Δια των Αράβων, αλλά και ορισμένων Βυζαντινών, η Δυτική Ευρώπη ξανα-ανέκτησε τα κείμενα των Ελλήνων που είχε χάσει, εμπλουτισμένα από μια παράδοση Αράβων σχολιαστών και επιστημόνων. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των πόλεων και την οικονομική άνθιση της Δυτικής Ευρώπης, οδήγησε σε άνθηση αυτού του τύπου της ιατρικής.

Αρχικά, η ελληνική λόγια ιατρική αναβίωσε στο Σαλέρνο ήδη από τον 10ο αιώνα. Εκεί αναπτύχθηκαν ζυμώσεις που καθόρισαν στη συνέχεια την άσκηση αλλά και τη διδασκαλία αυτού του τύπου της ιατρικής σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη, από το Μοντπελιέ και το Παρίσι, μέχρι την Μπολόνια, την Πάδοβα και την Οξφόρδη. Σταθμό δε στην ανανέωση της ιατρικής αποτέλεσε η ανάπτυξη των πανεπιστημίων και η ένταξη της ιατρικής στο πρόγραμμα σπουδών. Σε αυτήν την εξέλιξη έπαιξε ρόλο η εκκλησιαστική προσπάθεια αποδέσμευσης από τις "κοσμικές" επιστήμες και δραστηριότητες και η ταυτόχρονη οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη των μεγάλων αστικών κέντρων με τις ανάγκες που αυτά πλέον είχαν.

Στα πανεπιστήμια διδασκόταν ο Γαληνός και ο Ιπποκράτης, αλλά και ο Ραζής, ο Αβικέννας και ο Αλή Αμπάς, ενώ η ιατρική εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο φυσικής φιλοσοφίας, στο οποίο σημαντικό ρόλο έπαιζε και ο Αριστοτέλης. Η υγεία και η νόσος καθοριζόταν από τους χυμούς και τις βασικές ιδιότητες, την ισορροπία ή ανισορροπία τους και την ιδιοσυγκρασία του κάθε ανθρώπου, μια ιδιοσυγκρασία - πραγματική κράση (χυμών) που επηρεαζόταν από τα άστρα και καθιστούσε τη "γνώση" της αστρολογίας σημαντική υπόθεση. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι παράξενο που οι εμβριθείς καθηγητές Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Παρισιού απέδωσαν την επιδημία βουβωνικής πανώλης του 14ου αιώνα στην θέση του Δία, του Κρόνου και του... Άρη.

Στην κλινική εξέταση ιδιαίτερο ρόλο έπαιζε η μελέτη του σφυγμού (καρδία) και η μελέτη των ούρων (...συκώτι!), ενώ από τα φαρμακευτικά σκευάσματα της εποχής φαίνεται πως τα περισσότερα δεν έκαναν τίποτα, κάποια είχαν θετική επίδραση, ενώ κάποια ήταν και βλαπτικά. Μερικά δε ήταν αηδιαστικά, όπως η κοπριά του αγριογούρουνου για το σταμάτημα της... ρινορραγίας. Μεγάλη σημασία δινόταν στον προσωπικό ιατρό, ο οποίος γνώριζε τον τρόπο ζωής του πλούσιου πελάτη και μπορούσε να δώσει "ακριβείς" συμβουλές για την διατήρηση της υγείας και την αντιμετώπιση της ασθένειας.

Για την εξυπηρέτηση της μεσαιωνικής φαρμακευτικής αναπτύχθηκε και η βοτανολογία. Μεγάλη σημασία έπαιξε το έργο του Έλληνα Διοσκορίδη Περί ύλης ιατρικής, καθώς και το συντομευμένο και πιο πρακτικό Ex herbis femininis (που, παρά το όνομά του, δεν περιλαμβάνει βότανα μόνο για γυναικείες ασθένειες), αλλά και το Περί φυτών που αποδιδόταν στον Αριστοτέλη. Διάφοροι μεσαιωνικοί διανοητές εξάσκησαν τις ικανότητές τους στην παρατήρηση συγγράφοντας βοτανολόγια, με πιο σημαντικό τον Αλβέρτο τον Μέγα.

Αντίθετα με την βοτανολογία, στη ζωολογία, η οποία άλλωστε δεν είχε ενδιαφέρον για την ιατρική, οι επιδόσεις των μεσαιωνικών διανοητών δεν ήταν αξιοσημείωτες. Αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο ήταν η άντληση ηθικών και θεολογικών διδαγμάτων (αλεπού - πονηριά, λιοντάρι - χριστιανικός θεός και... ανάσταση των νεκρών) μέσα από απλοϊκές ιστορίες οι οποίες δεν ελέγχονταν για την επιστημονική τους ακρίβεια. Αν εξαιρέσουμε τις παρατηρήσεις του Αλβέρτου του Μέγα για τη ζωολογία και τα έργα του Αριστοτέλη που όπως είναι αναμενόμενο είχαν ένα σημαντικό κύρος, μεγάλη επίδραση άσκησε και ο Φυσιολόγος, ένα ελληνικό κείμενο του 200 μ.Χ. (~) πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι διαδόσεις των μυθικών ιστοριών που αναφέραμε προηγουμένως.

Πέρα από το θεωρητικό μέρος της ιατρικής, στον Μεσαίωνα υπήρχε και στοιχειώδης χειρουργική. Συχνές χειρουργικές οντότητες, όπως είναι το απόστημα, το τραύμα, το κάταγμα και η κήλη αλλά και παθήσεις όπως ο... καταρράκτης και οι λίθοι στην ουροδόχο κύστη, αντιμετωπίζονταν από τους ειδικούς, πολλές φορές με τρόπους ιδιαίτερα επώδυνους και... μεσαιωνικούς. Η ανατομική τους γνώση στηρίχτηκε κυρίως στον Γαληνό και τους Άραβες σχολιαστές, ενώ επίδραση άσκησε και το Anatomia του Mondino dei Luzzi (Μπολόνια, 1316).

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, θα αναφερθώ σε μια σημαντικότατη Βυζαντινή επίδραση στον κόσμο της Δυτικής Ευρώπης, που έχει να κάνει με την ίδρυση νοσοκομείων. Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός του Βυζαντίου και η συνέχεια της λόγιας Ελληνικής παιδείας οδήγησαν στη δημιουργία νοσοκομείων, τα οποία πρόσφεραν ειδικευμένη ιατρική φροντίδα και απασχολούσαν πλήθος εργαζομένων, ανδρών και γυναικών, και στα οποία η περίθαλψη γινόταν δωρεάν. Σημαντικός σταθμός για την επικοινωνία Βυζαντίου - Δυτικής Ευρώπης στάθηκε η κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους το 1099 και η δημιουργία των Hospitallers (ναι, συνδέονται με τους ιππότες της Μάλτας, τους Ναΐτες και τον... Νταν Μπράουν!) που επηρέασαν την περίθαλψη στη Δυτική Ευρώπη διαδίδοντας τα Βυζαντινά νοσοκομειακά πρότυπα (που είχαν ήδη επηρεάσει και τον ισλαμικό κόσμο).

Με βάση όλα αυτά που έχουμε πει για τη βιολογική γνώση και τεχνολογία στον μεσαιωνικό κόσμο, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για την ποιότητα ζωής του πληθυσμού και το προσδόκιμο επιβίωσης. Ευτυχώς, τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά από τότε.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Αριστοτελισμός, αλλά ποιος Αριστοτελισμός; (2) Πώς στο καλό κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα;


Ένα σημαντικό κενό που αξίζει να καλυφθεί σε όλα τα μαθήματα ιστορίας της δυτικής επιστήμης, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Αριστοτέλης και οι Αριστοτελικοί διατύπωσαν τις απόψεις τους για τη φύση. Δεν αρκεί να ξέρω για την φιλοσοφική λίθο, την πρώτη ύλη, το θείο και τον φώσφορο, τα minima, την ουσία και τη μορφή, αλλά πρέπει να ξέρω και πώς δημιούργησαν αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο.

Αυτό το ζήτημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι θέτει ένα σωρό επιστημολογικά προβλήματα. Το βιβλίο του Lindberg δεν αναλύει, δυστυχώς, το γιατί οι διανοητές της αρχαιότητας και του μεσαίωνα εξήγησαν τον φυσικό κόσμο με τον τρόπο που το έκαναν (εκτός και αν δεχθούμε πως η κύρια προσπάθεια ήταν η εξαγωγή συμπερασμάτων με την παραγωγική σκέψη από ορισμένες "προφανείς" προκείμενες προτάσεις, ζήτημα που θίγει και ο Lindberg στο τελευταίο κεφάλαιο), αν και αφήνει κάποια παράθυρα ανοιχτά ώστε να δούμε πως ο Αριστοτέλης προσπαθούσε να εξηγήσει συγκεκριμένα παρατηρησιακά δεδομένα διατυπώνοντας τις θεωρίες που διατύπωσε. Όπως και να έχει, η σχέση παρατήρησης και λογικής επεξεργασίας είναι ιδιαίτερα σημαντική για κάθε επιστημονική προσπάθεια στον τομέα των φυσικών επιστημών.

Το μεγαλύτερο μάθημα κατά τη γνώμη μου που δίνει το κεφάλαιο περί μεσαιωνικής φυσικής είναι η ανάγκη να ξεχωρίσουμε μεταξύ επιστημονικής υπόθεσης και γεγονότος / συμπεράσματος. Όταν συνειδητά χρησιμοποιούμε ένα εννοιολογικό πλαίσιο ως υπόθεση στην προσπάθειά μας να εξερευνήσουμε την φυσική πραγματικότητα και όταν απαιτούμε αποδείξεις για κάθε "συμπέρασμα" στο οποίο καταλήγουμε, αποδείξεις οι οποίες αντέχουν στην πίεση λογικών αντιρρήσεων, τότε η επιστημονική μας προσπάθεια έχει γερή προστασία.

Οι ιστορικοί προσπαθούν τώρα να δείξουν πως η μεσαιωνική θέαση του κόσμου είχε μια συνοχή και μια εσωτερική λογική που εξυπηρετούσε πολλές ανάγκες και πως απαντούσε σε σημαντικά ερωτήματα και συνεπώς δεν μπορούμε εύκολα να την θεωρήσουμε ανόητη συγκρίνοντάς την με τη μοντέρνα γνώση για το σύμπαν. Εμένα δε με ενδιαφέρει η αποκατάσταση μιας κουλτούρας η οποία έχει χαθεί, αλλά η κριτική της δικής μας επιστημονικής αντίληψης για τον κόσμο, ώστε να μην πέσουμε στα ίδια λάθη, αλλά να έχουμε σαφή συναίσθηση του τι ξέρουμε, του τι υποθέτουμε και του τι δεν ξέρουμε.

Όταν μπερδεύουμε αυτά που νομίζουμε πως ισχύουν με αυτά που πραγματικά ισχύουν, τότε δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Η αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η φύση μπλοκάρεται, γίνονται εξαιρετικά τεχνικές συζητήσεις οι οποίες ανταποκρίνονται σε διανοητικά κατασκευάσματα και όχι στην πραγματικότητα και η κοινωνία στερείται των εφαρμογών που θα είχε αν ο τρόπος λειτουργίας της φύσης δεν είχε παρερμηνευτεί. Είναι πραγματικά θαυμαστή η ποσότητα μελανιού που χύθηκε στο παρελθόν για ζητήματα τα οποία σήμερα δεν έχουν καμία σημασία. Ακόμα και αν πει κανείς πως αποτελούν απαραίτητα ή έστω χρήσιμα βήματα στην πορεία ανάπτυξης της επιστήμης, δεν υπάρχει τίποτα το απαραίτητο ή το χρήσιμο στην λανθασμένη αντίληψη ότι αυτές οι σκέψεις περιγράφουν την πραγματικότητα όπως είναι.

Διαβάζοντας την ιστορία των διανοητικών διενέξεων της αρχαιότητας, διαπιστώνω ένα... μπέρδεμα! Διανοητές παρατηρούν και σκέφτονται πάνω σε αυτά που παρατηρούν (ή σκέφτονται σκέτα) και μπερδεύουν αυτά που σκέφτονται με αυτά που παρατηρούν. Επιστήμονες διατυπώνουν μεθοδολογικές προτάσεις ώστε να καταλήγουν σε έγκυρα συμπεράσματα και οι ίδιοι καταπατούν, χωρίς να το συνειδητοποιούν και χωρίς να προβληματίζονται για αυτό, τη μεθοδολογία που έχουν προτείνει. Κείμενα μεταφράζονται από τη μια γλώσσα στην άλλη και φιλοσοφίες περνούν από τη μια κουλτούρα στην άλλη με όλες τις δυσκολίες που ατό έχει στην κατανόηση. Γενιές μετά από κάποιον διανοητή γίνονται προσπάθειες ερμηνείας των διανοημάτων του χωρίς καν να υπάρχει πρόσβαση στις αρχικές πηγές. Παρανοήσεις συμβαίνουν και γίνονται τμήμα της "γνώσης" μιας εποχής, ενώ τεχνικές (και βαρετές!) συζητήσεις λαμβάνουν χώρα για διανοήματα που λίγους αιώνες μετά θεωρούνται ξεπερασμένες φαντασίες. Απίστευτο χάος!

Για να ξαναγυρίσω όμως στη μεσαιωνική φυσική, πρέπει να πω πως μου κάνει εντύπωση η μεσαιωνική επεξεργασία πολλών εννοιών που θεωρούμε σήμερα δεδομένες. Δεν το λέω απλά ως ιστορική παρατήρηση, αλλά επειδή τα φιλοσοφικά θεμέλια της μεσαιωνικής εποχής στα οποία βασίστηκαν οι έννοιες αυτές σήμερα έχουν εκλείψει αλλά οι έννοιες παραμένουν σε κάποια χρήση. Για παράδειγμα, οι διανοητές του Μεσαίωνα φιλοσοφούσαν σχετικά με τα πράγματα και τις ιδιότητές τους και απέδιδαν ένταση και ποσότητα στις ιδιότητες. Έτσι, έβλεπαν τη θερμότητα σαν μια ιδιότητα που επιδέχεται έντασης (περισσότερο ή λιγότερο θερμό) και ποσότητας (μεγαλύτερη ή μικρότερη θερμή μάζα), ενώ σήμερα αποδίδουμε την θερμότητα σε κινήσεις μορίων και τη χρησιμοποιούμε στην επιστήμη μόνο περιγραφικά χωρίς να θεωρούμε πως είναι ξεχωριστή ποιότητα της ύλης.

Παρόμοια είδαν στον Μεσαίωνα και την κίνηση, ως μια ποιότητα με ένταση την ταχύτητα και προσπάθησαν να λύσουν φιλοσοφικά το ζήτημα του πώς γίνεται η κίνηση. Αυτό, μαζί με το παράδειγμα της θερμότητας, με κάνει να σκεφτώ πως είναι σημαντικό να ξεχωρίζουμε μεγέθη στα οποία δεν αποδίδουμε πραγματικότητα από μεγέθη που χρησιμοποιούμε για πρακτικούς σκοπούς, να ξεχωρίζουμε δηλαδή την πραγματικότητα από τα εργαλεία που μας βοηθάνε στην έρευνά μας και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη φυσική σημασία και τη σχέση με την πραγματικότητα των εννοιών που χρησιμοποιούμε.

Αντιπαρέρχομαι τις φιλοσοφικές και θεολογικές συζητήσεις του Μεσαίωνα για την κίνηση, συζητήσεις δηλαδή που χρησιμοποιούσαν περισσότερο τη δημιουργική φαντασία των διανοητών παρά προσέγγιζαν με αυτό που σήμερα θα λέγαμε επιστημονικό τρόπο την πραγματικότητα, όπως του William του Ockham με την φιλοσοφική αρχή του περί οικονομίας και του Jean Buridan με τα θεολογικά του δόγματα περί παντοδυναμίας ενός προσωπικού θεού, και προχωράω σε ζητήματα που έχουν ένα επιστημονικό ενδιαφέρον -επιστημονικό με την έννοια των φυσικών επιστημών- όπως η διάκριση μεταξύ κινηματικής και δυναμικής, η επινόηση μαθηματικών τρόπων χειρισμού ορισμένων φυσικών φαινομένων αλλά και η αφαιρετική διαδικασία με την οποία εντοπίζουμε φυσικές αρχές σε περίπλοκα φαινόμενα που συμβαίνουν στη φύση.

Τα μεγάλα πανεπιστημιακά κέντρα της Δύσης, δηλαδή το Παρίσι (Geraldus των Βρυξελλών, Nicole Oresme) και η Οξφόρδη (Merton College) επεξεργάστηκαν τον 14ο αιώνα έννοιες σχετικές με την κίνηση, όπως είναι η ταχύτητα, η στιγμιαία ταχύτητα και η ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση και έκαναν τα πρώτα βήματα στον λατινόφωνο κόσμο για την ποσοτικοποίηση ποιοτικών μέχρι τότε εννοιών, χρησιμοποιώντας γεωμετρικές παραστάσεις. Ο Oresme συνέδεσε (πώς;) με την απόσταση το εμβαδό της παράστασης της ταχύτητας με τον χρόνο, ενώ διατυπώθηκαν θεωρήματα σχετικά με την ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση, όπως ότι η απόσταση που διανύει ένα σώμα που κινείται με ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση είναι ίδια με την απόσταση που διανύει ένα σώμα με σταθερή ταχύτητα ίση με τη μέση ταχύτητα του πρώτου σώματος και ότι η απόσταση που διανύεται στο δεύτερο μισό μιας ομαλά επιταχυνόμενης κίνησης είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτήν που διανύεται στο πρώτο μισό.

Στο σημείο αυτό, ας σημειωθεί πως αυτή η διανοητική παραγωγή σε συμπεριελάμβανε πειράματα σχετικά με την κινηματική, αλλά αποτελούσε μια εργασία του πνεύματος σχετικά με κινήσεις που δεν ταυτίζονταν με τις κινήσεις που παρατηρούνταν στη φύση.

Ας περάσουμε τώρα στην δυναμική, δηλαδή στη συζήτηση σχετικά με την αιτία της κίνησης. Οι θεωρίες του Αριστοτέλη για κινούντα που προκαλούν την κίνηση και για φυσικές κινήσεις τις οποίες κάνουν τα σώματα εξαιτίας της ίδιας της φύσης των πραγμάτων κυριάρχησαν στον Μεσαίωνα και καθόρισαν το πλαίσιο των σχετικών συζητήσεων. Το πλαίσιο αυτό εμπλουτίστηκε με τη μετάφραση του έργου του Βυζαντινού διανοητή Ιωάννη Φιλόπονου, ο οποίος στον 6ο αιώνα άσκησε δριμεία κριτική σε πολλές απόψεις του Αριστοτέλη και πρότεινε ένα διαφορετικό κοσμοείδωλο. Στο ζήτημα που μας απασχολεί τώρα, ο Φιλόπονος μίλησε για μια άυλη κινητήρια δύναμη η οποία επιβάλλεται στο σώμα που κινείται εξηγώντας με αυτόν τον τρόπο γιατί ένα βλήμα συνεχίζει να κινείται αφού χάσει την επαφή του με τον εκτοξευτή - κινούν.

Οι ιδέες του Φιλόπονου χρησιμοποιήθηκαν για να εξηγηθεί η κίνηση των βλημάτων, η πτώση των αντικειμένων στη γη και η κίνηση των ουράνιων σωμάτων, μέσα από την έννοια της ορμής - impetus η οποία είναι μια ποιότητα των σωμάτων που κινούνται (εδώ είναι η θεμελιώδης διαφορά με την ορμή - momentum των νεώτερων χρόνων). Η ισχύς της μπορεί να μετρηθεί από την ταχύτητα και την ποσότητα της ύλης του σώματος που κινείται και αποτελεί ένα ρήγμα στην αριστοτελική αντίληψη περί αναγκαιότητας ενός εξωτερικού κινούντος.

Με το έργο τους, οι μεσαιωνικοί λόγιοι προσπάθησαν να θέσουν το εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γινόταν η μελέτη της κίνησης. Στο κομμάτι της δυναμικής, ο Αριστοτέλης, ο Φιλόπονος και ο Αβερρόης αποτέλεσαν αντικείμενο κριτικής από τον Thomas Bradwardine στην Οξφόρδη. Ο Αριστοτέλης είχε θεωρήσει την ταχύτητα ανάλογη της δύναμης και αντιστρόφως ανάλογη της αντίστασης και με βάση και αυτήν την αντίληψη αντιτάχθηκε στην ιδέα ύπαρξης απολύτου κενού. Ο Φιλόπονος άσκησε κριτική στον Αριστοτέλη και έφτασε πολύ κοντά στη νεώτερη αντίληψη περί ελεύθερης πτώσης. Ο Bradwardine προσπάθησε να μαθηματικοποιήσει (χωρίς τη χρήση συμβόλων, και χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά εργαλεία που είχε διαθέσιμα) τις απόψεις των προηγούμενων διανοητών και να εκφράσει τις δικές του απόψεις (νόμος της δυναμικής, που συσχέτιζε την ταχύτητα με τη δύναμη και την αντίσταση), χωρίς όμως να προχωρήσει σε πειράματα ώστε να διαπιστώσει ποιο μοντέλο ήταν κοντά στην πραγματικότητα. Το έργο του το συνέχισαν άλλοι διανοητές (Richard Swineshead, Nicole Oresme) και έτσι το ενδιαφέρον κρατήθηκε ζωντανό μέχρι την ανάδειξη της νέας επιστήμης.

Για το τέλος, ο Lindberg αφήνει το κομμάτι της οπτικής, ένα αντικείμενο με το οποίο ο ίδιος έχει ασχοληθεί ενδελεχώς στην καριέρα του. Οι Έλληνες άφησαν το ζήτημα μπλεγμένο. Κυριαρχούσαν δυο μεγάλες θεωρίες σχετικά με την αιτία της όρασης. Η μία σχολή, με εκπρόσωπο τον Αριστοτέλη και τους Ατομικούς, θεωρούσε πως το φως έρχεται από τα αντικείμενα προς τον οφθαλμό, ενώ η άλλη σχολή, με τον Πλωτίνο, τον Ευκλείδη και τον Πτολεμαίο θεωρούσε πως η όραση ξεκινά από τον οφθαλμό, ο οποίος παράγει μια ακτινοβολία η οποία εκπορεύεται προς το φυσικό περιβάλλον.

Παράλληλα, οι Έλληνες ιατροί ανέπτυξαν θεωρίες σχετικά με την φυσιολογία και την ανατομία της οπτικής (Γαληνός, Ηρόφιλος). Οι Άραβες επιστήμονες ανέλαβαν να ενοποιήσουν τα κομμάτια αυτά της οπτικής και φτάνουν στην ακμή τους με το έργο του Αλχαζέν, ο οποίος αποδέχεται την αιτιολογία της όρασης την οποία πρότεινε ο Αριστοτέλης και τροποποιεί τον μαθηματικό χειρισμό της οπτικής του Ευκλείδη και του Πτολεμαίου ώστε τόσο ο οπτικός κώνος όσο και οι λοιποί μαθηματικοί χειρισμοί να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θεωρία πρόσληψης του φωτός από τον οφθαλμό. Οι γνώσεις του μεγάλου αυτού Μουσουλμάνου διανοητή χαρακτηρίζονταν από εξαιρετική ευρύτητα και η σκέψη του επηρέασε καθοριστικά τον Μεσαιωνικό κόσμο, όταν το έργο του μεταφράστηκε στα Λατινικά τον 13ο αιώνα.

Ο Αλχαζέν, γνωστός και σαν Δεύτερος Πτολεμαίος στη Δύση, (μαζί με τον Αλ- Κίντι) διατύπωσε την θεωρία ότι τα σημεία του φωτεινού σώματος ακτινοβολούν, σε αντίθεση με την μέχρι τότε άποψη ότι ολόκληρο το φωτεινό αντικείμενο ακτινοβολούσε ως ολότητα. Με αυτήν την καινοτομία, χρησιμοποιώντας τις μαθηματικές και τις ιατρικές γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων, οι Άραβες διανοητές διατύπωσαν μια ενοποιημένη θεωρία για την οπτική που είχε τεράστιο εξηγητικό εύρος. Μελετήθηκαν τα φιλοσοφικά ζητήματα της αιτιολογίας της όρασης, τα ζητήματα της διάθλασης και της ανάκλασης, διάφορα φυσικά φαινόμενα όπως το ουράνιο τόξο, ακόμα και η ψυχολογία της οπτικής αντίληψης. Ο Αλχαζέν θεώρησε πως ο φακός του οφθαλμού λαμβάνει υπόψη του μόνο τις κάθετες ακτίνες φωτός και έτσι, από το σύνολο των διαφορετικών ακτίνων, καταφέρνει και δημιουργεί ένα είδωλο του φωτεινού αντικειμένου.

Από το σημείο αυτό έγινε ένα πισωγύρισμα με τη διάδοση των αραβικών ιδεών στη Δύση, καθώς ο Ρογήρος Βάκωνας τροποποίησε τις αραβικές αντιλήψεις ώστε να κάνει χώρο για τις νεοπλατωνικές ιδέες περί ακτινοβολίας που πηγάζει από τον οφθαλμό και εκπορεύεται προς το εξωτερικό περιβάλλον. Ο Bacon, που μαζί με τους Pecham και Witelo καθόρισε τις αντιλήψεις της Δύσης περί οπτικής για τους επόμενους αιώνες, διατύπωσε την ιδέα πως ο οφθαλμός παράγει ακτινοβολία η οποία εξευγενίζει τις προσπίπτουσες ακτίνες ώστε να μπορούν να επιδράσουν αποτελεσματικά στον οφθαλμό. Άλλωστε, η επίδραση που είχε ο Τίμαιος του Πλάτωνα, ένα έργο που όπως έχουμε πει καθόρισε για αιώνες τη γνώση της Δύσης περί φύσης, προτού ξανα-αποκτηθούν τα υπόλοιπα έργα των Ελλήνων διανοητών, αλλά και η αντίληψη ότι "κατά βάθος" όλες οι αυθεντίες πρέπει να συμφωνούν μεταξύ τους, οδηγούσε στην επίδραση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών αντιλήψεων επί της νέας γνώσης.

Από αυτό το σημείο παρέλαβε τη σκυτάλη ο Κέπλερ τον 17ο αιώνα, συμβάλλοντας σημαντικά στη γνώση μας για την οπτική.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Αριστοτελισμός, αλλά ποιος Αριστοτελισμός; (1) Διαφωνώντας για την φύση του... αιθέρα!


Περιγράψαμε σε αδρές γραμμές το πνευματικό υπόβαθρο του Μεσαίωνα. Νεοπλατωνισμός και πλατωνισμός, χριστιανισμός, στωικισμός, ανάκτηση του αριστοτελικού corpus, λατινόφωνοι και άραβες σχολιαστές.. Από την ποικιλία των πηγών γνώσης, τον ανταγωνισμό των αυθεντιών αλλά και την αφομοίωση αυτής της γνώσης από μια κοινωνία άλλη από εκείνη που την παρήγαγε, είναι προφανές ότι δε θα μπορούσε να προκύψει μια αμιγής διδασκαλία περί του κόσμου.

Πραγματικά, μπορεί να λέμε πως ο Αριστοτελισμός κυριάρχησε τελικά στον Μεσαίωνα, αλλά μιλάμε για ένα σύνολο διδασκαλιών που είχε βαθιές επιρροές από την πληθώρα των πνευματικών έργων στα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, με την μια πηγή να επιδρά πάνω στην άλλη και να δημιουργείται ένα πνευματικό οικοδόμημα που προσπαθούσε να εξηγήσει τη λειτουργία του κόσμου και να δώσει απάντηση σε πολλά ερωτήματα της κοσμολογίας, της φυσικής, της ιατρικής και της ζωολογίας.

Σε αντίθεση με τη σχετική μυθολογία που αναπτύχθηκε αργότερα, η διανόηση στον Μεσαίωνα "ήξερε" πως η γη είναι σφαιρική. Θεωρούσε πως ο υπόλοιπος κόσμος ήταν σφαιρικά δομημένος με κέντρο τη γη, με ομόκεντρες σφαίρες στις οποίες βρίσκονταν οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες. Παράλληλα, εξετάστηκε το ενδεχόμενο να κινείται η γη περί του άξονά της (Buridan και με μεγαλύτερη επιτυχία ο Oresme), ενώ έγιναν διάφοροι υπολογισμοί για τις διαμέτρους των σφαιρών και τις αποστάσεις των πλανητών από τη Γη, καθώς και για το μέγεθος του κόσμου και της Γης.

Μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με τη φύση των πραγμάτων τέθηκε από τους μεσαιωνικούς διανοητές. Από τι υλικό αποτελούνται οι πλανήτες και οι ουρανοί; Έχει όρια το σύμπαν και αν ναι τι υπάρχει πέρα από αυτά; Γιατί κινούνται οι πλανήτες; Ποια είναι η φύση του αιθέρα; Πώς μπορούμε να καταλήξουμε σε απαντήσεις όταν η παρατήρηση δεν αρκεί;

Παράλληλα, με τη μετάφραση των ελληνικών και των αραβικών κειμένων αστρονομίας, αστρολογίας και μαθηματικών, παρατηρούμε μια στοιχειώδη ανάπτυξη των τομέων αυτών. Τα βασικά ερωτήματα που μπορούν να μας απασχολήσουν και σήμερα παραμένουν τα ίδια: Πώς λειτουργούν τα ουράνια φαινόμενα; Ποια η σχέση των φαινομένων αυτών με εκείνα που βλέπουμε στη Γη; Πώς επιδρούν τα ουράνια σώματα στα γήινα υλικά; Πώς μπορούμε να φτιάξουμε ένα αξιόπιστο ημερολόγιο; Πώς μπορούμε να βρούμε πού είμαστε και προς τα πού πηγαίνουμε; Πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε στη θάλασσα;

Βρίσκω αυτά τα ερωτήματα πολύ ενδιαφέροντα. Στον Μεσαίωνα η αστρονομία δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα, αλλά μπήκαν τα θεμέλια που αργότερα θα οδηγούσαν στην ακμή της αστρονομίας. Στον αραβικό κόσμο εμπεδώθηκε, διορθώθηκε και διαδόθηκε το πτολεμαϊκό σύστημα, αλλά και η αριστοτελική θεωρία περί του ουράνιου κόσμου. Άραβες διανοητές μάζεψαν πολύτιμα παρατηρησιακά δεδομένα και τελειοποίησαν ελληνικά αστρονομικά όργανα. Επίσης, συζήτησαν σε βάθος τα διάφορα ζητήματα που προέκυπταν από τα μαθηματικά μοντέλα που χρησιμοποιούνταν αλλά και τη φυσική σημασία των μοντέλων αυτών και την συνάφεια της κοσμολογίας με τα μοντέλα.

Με την επαφή Δύσης - Αραβικού Κόσμου οι γνώσεις αυτές μεταφέρθηκαν στην Δυτική Ευρώπη. Εκεί υπήρξε μια στοιχειώδης γνώση περί της κίνησης του ήλιου και των πλανητών και περί των εκλείψεων και των σκιών της Γης και της Σελήνης, περί των παλιρροιών, των κλιματικών ζωνών της Γης και των σφαιρών που υπέθεταν ότι αποτελούν το σύμπαν. Αυτά σε επίπεδο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Περαιτέρω γνώσεις είχαν μόνο ελάχιστοι ειδικοί, οι οποίοι όμως είχαν μια αξιόλογη διανοητική παραγωγή.

Με την ανάκτηση των ελληνικών κειμένων ξαναδόθηκε έμφαση στην "επιστημονική" πλευρά της αστρολογίας. Οι διανοούμενοι αποδέχτηκαν τις αρχαίες απόψεις περί επίδρασης του ουράνιου κόσμου στα επίγεια, ενώ η επίδραση στην υγεία των ανθρώπων απασχόλησε ιδιαίτερα τη μεσαιωνική ιατρική, σε βαθμό τέτοιο που να μην νοείται γιατρός χωρίς αστρολογικές γνώσεις. Ενώ ο Χριστιανισμός είχε αρχικά προσπαθήσει να καταπολεμήσει την αστρολογία επειδή περιόριζε την ελευθερία της βούλησης και εισήγαγε ουράνιες δυνάμεις που καθορίζουν τα ανθρώπινα πράγματα, με την ανάκτηση των αρχαίων κειμένων οι λόγιοι αποδέχτηκαν ένα μεγάλο εύρος δράσης των ουράνιων σωμάτων και των αστρολογικών φαινομένων.

Από ό,τι βλέπουμε, χρειάστηκαν πολλοί αιώνες για να μπει το πράγμα στη σωστή του βάση, κυρίως με την κατανόηση ότι η φύση του σύμπαντος είναι μία και με το φως που ρίχτηκε στην φύση αυτή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η μη ακαδημαϊκή πλευρά της αστρολογίας έπαψε να προκαλεί ενδιαφέρον σε μια μερίδα του πληθυσμού.

Διαβάζοντας τις διανοητικές αναζητήσεις των Αράβων αλλά και των λογίων της Δυτικής Ευρώπης σχετικά με την αστρονομία και την κοσμολογία δεν μπορώ παρά να νιώσω την έλξη που μου ασκούν τα ερωτήματα που ανακύπτουν από αυτές. Τι είναι το ημερολόγιο και πώς το βρίσκουμε; Πώς μπορώ να γνωρίσω τους νόμους που διέπουν αντικείμενα τόσο μακρινά από εμένα; Ποια είναι η φύση του ουρανού; Πόσο εκτείνεται ο ουρανός; Τι σημαίνει "έκταση" όταν μιλάμε για το σύμπαν; Γιατί κινούνται τα αντικείμενα; Ποια η σχέση παρατήρησης - πραγματικότητας; Πώς μπορώ να ξεπεράσω τα εμπόδια που μου θέτουν τα όρια της παρατήρησης; Πού βρίσκεται η Γη; Τι είναι οι πλανήτες; Τι είναι ο ήλιος; Τι είναι τα άστρα; Γιατί υπάρχουν; Γιατί με ελκύουν αυτά τα ερωτήματα;

Πόση μελέτη χρειάζεται και πόσοι αιώνες πρέπει να περάσουν για να δοθούν ορθές απαντήσεις...

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

"Ανάθεμα στον Αριστοτέλη!" Εεε;


Τον 12ο αιώνα η δυτική διανόηση είχε διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εικόνα του κόσμου μέσα από τα χριστιανικά και τα νεοπλατωνικά κείμενα. Όταν ανακτήθηκαν τα έργα των Ελλήνων σοφών αλλά και των σχολιαστών τους, οι διανοητές έπρεπε να τα αφομοιώσουν και να δουν πώς ταιριάζουν με αυτά που ήδη ήξεραν. Η διαδικασία αυτή ήταν επίπονη αλλά τελικά οδήγησε στην επέλαση του αριστοτελισμού.

Η Εκκλησία, όπως είχε γίνει και στο Βυζάντιο αιώνες πριν, αντέδρασε στην αρχή απέναντι στα δόγματα του Αριστοτέλη, σε όσα έρχονται σε αντίθεση με τα Χριστιανικά δόγματα και τα καταδίκασε σε συνόδους στις αρχές του 13ου αιώνα. Όμως, ήδη από τα μέσα του 13ου αιώνα, ο αριστοτελισμός ξεπέρασε τις απαγορεύσεις και καθιερώθηκε ως η κατεξοχήν πανεπιστημιακή διδασκαλία περί φύσης.

Μερικά από τα δόγματα του Αριστοτέλη που ήταν αντίθετα με τα δόγματα του Χριστιανισμού είναι αυτό της αιωνιότητας του κόσμου, της θνητότητας των ψυχών, της αιτιοκρατίας στην φύση όπου το ένα αντικείμενο κινεί το άλλο με φυσική νομοτέλεια και η κίνηση όλων ανάγεται σε ένα πρώτο κινούν και της αναγκαιότητας η φύση να είναι όπως την βλέπουμε. Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί με τοπικές συνόδους στο Παρίσι η Καθολική Εκκλησία καταδίκασε τον Αριστοτέλη το 1210 και το 1215, ενώ το 1231 ο Πάπας Γρηγόριος ο Θ' ζήτησε να καθαριστούν τα κείμενα του Σταγειρίτη φιλοσόφου από τα "λάθη", δηλαδή από εκείνες τις αντιλήψεις που ήταν αντίθετες με τα χριστιανικά δόγματα.

Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον η Δύση κατανόησε ορθά τον Αριστοτέλη. Όταν βρίσκεις ξαφνικά μερικά νέα κείμενα της ποιότητας των αριστοτελικών συγγραμμάτων, και έρχεσαι από ένα τόσο περιορισμένο background όπως αυτό του Μεσαίωνα, είναι αναπόφευκτο πως θα υπάρξουν πολλές δυσκολίες. Υπήρξαν προβλήματα στη γλώσσα, αλλά και στην κατανόηση και για να ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα οι λόγιοι της εποχής προσπάθησαν να ταιριάξουν αυτά που μάθαιναν με αυτά που ήδη ήξεραν αλλά και χρησιμοποίησαν τους σχολιαστές που ήδη είχαν αναπτύξει τις δικές τους απόψεις για το τι εννοούσε ο Αριστοτέλης.

Έτσι, στην αρχή η επίδραση του Άραβα Αβικέννα ήταν μεγάλη. Άλλωστε αυτός ήταν πιο κοντά στον νεοπλατωνισμό που γνώριζε η Δύση. Στη συνέχεια όμως ο Αβικέννας πέρασε σε δεύτερη μοίρα, γιατί ο Αβερρόης γνώρισε τεράστια δημοφιλία, τέτοια ώστε να τον αποκαλούν απλά "ο Σχολιαστής". Οι ειδικοί έχουν αποφανθεί πως ο Αριστοτέλης παρεξηγήθηκε σε πολλά σημεία, τόσο από τους ίδιους τους σχολιαστές όσο και από τους Μεσαιωνικούς λατινόφωνους διανοητές, αλλά πολλές παρεξηγήσεις στάθηκαν πηγές δημιουργικότητας. Είναι αλήθεια πως τα πράγματα δεν ήταν τα ίδια στο Βυζάντιο, όπου υπήρχε συνέχεια στην εκπαίδευση και τα αριστοτελικά συγγράμματα δεν είχαν χαθεί ποτέ, αλλά αυτό μικρή πια σημασία έχει, μιας και η φυσική και η μεταφυσική του Αριστοτέλη έχουν ξεπεραστεί εδώ και αιώνες.

Για να μην πλατειάσουμε σχετικά με τους λεπτούς και άνευ νοήματος για εμάς σήμερα θεολογικούς ελιγμούς που έγιναν τον 13o αιώνα για να στηριχτεί ο αριστοτελισμός από μερικούς σημαντικούς θεολόγους (Ρόμπερτ Γκροσσετέστ, Ρογήρος Βάκωνας, Αλβέρτος Μέγας, Μποναβεντούρα, Θωμάς Ακινάτης) θα περιοριστούμε στο να υπενθυμίσουμε δύο πράγματα: Πρώτον, όπως είπαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι οι φοιτητές της θεολογίας ήταν και καθηγητές της φιλοσοφίας και πολλοί από αυτούς ήταν και μοναχοί.

Και δεύτερον, όταν ο Χριστιανισμός αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ζήτημα της ελληνικής φιλοσοφίας, κάποιοι πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας υπερασπίστηκαν σε πολλά σημεία τα ελληνικά κείμενα και αυτοί αποτέλεσαν τις αυθεντίες πάνω στις οποίες μπορούσαν να στηριχτούν οι επόμενοι για να δικαιολογήσουν τη θέση τους στο ζήτημα που δημιουργούσε η ανάκτηση της ελληνικής φιλοσοφίας. Ειδικά ο Αυγουστίνος, με την μεγάλη του επιρροή, βοήθησε ώστε να βρεθεί ισχυρό πάτημα στην αρχή της εκκλησίας ώστε να γίνει εφικτή η αποδοχή της ελληνικής φιλοσοφίας σε μεγάλο βαθμό.

Παράλληλα όμως με αυτούς τους διανοητές που προσπάθησαν να συμβιβάσουν τον Αριστοτέλη με τον Χριστιανισμό, υποτάσσοντας τη διδασκαλία του στα Χριστιανικά δόγματα, άλλοι διανοητές χρησιμοποίησαν την μέθοδο του φιλοσοφικού στοχασμού για να φτάσουν σε θέσεις που ήταν αντίθετες με βασικά Χριστιανικά δόγματα. Έτσι η αντίδραση των συντηρητικών ήταν αναμενόμενη. Στα 1270 και στα 1277, αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια και στην Αγγλία, οι τοπικές εκκλησιαστικές αρχές καταδίκασαν μια σειρά θέσεων του Αριστοτέλη και των νεο-αριστοτελιστών, υπερασπιζόμενοι την παντοδυναμία του χριστιανικού θεού και τα άλλα χριστιανικά δόγματα.

Τελικά όμως, το αριστοτελικό σύστημα όπως αυτό διαμορφώθηκε από τα αριστοτελικά συγγράμματα, τους σχολιαστές, τις παρανοήσεις των μεσαιωνικών στοχαστών και τη λογοκρισία της εκκλησίας, κατέκτησε κυρίαρχη θέση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση στη δυτική Ευρώπη. Τον 14ο αιώνα, η φιλοσοφία και η θεολογία σχημάτισαν μια ανακωχή, με την υποτέλεια της φιλοσοφίας στην θεολογία: το εύρος με το οποίο θα μπορούσε να καταπιαστεί με βεβαιότητα η φιλοσοφία περιορίστηκε, ώστε να αφήνεται χώρος στη θεολογία χωρίς αμφισβητήσεις. Παράλληλα όμως λύθηκαν ορισμένα ζητήματα που αφορούν στη σχέση του χριστιανικού θεού με τον κόσμο και που επομένως έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αιτιοκρατίας στη φύση: ο θεός καθόρισε το σύμπαν στη στιγμή της δημιουργίας, κατά την οποία έχοντας υπόψη του όλα όσα θέλει εκείνος να γίνουν δημιούργησε τις συνθήκες με τρόπο τέτοιον ώστε όλα να γίνουν, ακόμα και θαύματα σε απάντηση συγκεκριμένων περιστατικών που θα ελάμβαναν χρόνια πολύ μετά τη δημιουργία. Έτσι, με έμμεσο τρόπο απέκτησε η φυσιοκρατία ένα πάτημα στην μεσαιωνική σκέψη.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Να μορφωθούμε, αλλά πώς;


Το πρώτο πράγμα που βλέπουμε από την ιστορία της μεσαιωνικής επιστήμης είναι πως όταν οι συνθήκες στην δυτική Ευρώπη ομαλοποιήθηκαν, όταν βρέθηκε μια σταθερότητα η οποία ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ειρήνη, τότε δημιουργήθηκαν και οι προϋποθέσεις να αναπτυχθεί ξανά η παιδεία. Στο τέλος του όγδοου αιώνα, ο Καρλομάγνος ξεκινά μια αναγέννηση στον χώρο της μόρφωσης που είχε παρακμάσει με την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση. Ο Αλκουίνος, μαθητής του Βέδα, καλείται από την Ιρλανδία να διαμορφώσει το πρόγραμμα της σχολής που ιδρύει ο Κάρολος, στην οποία κυριαρχεί το θεολογικό στοιχείο αλλά διδάσκονται και οι περίφημες ελευθέριες τέχνες, μια σχολή και μια μορφωτική προσπάθεια που γρήγορα δίνει καρπούς.

Προτού όμως περάσουμε στους καρπούς του έργου του Αλκουίνο, πρέπει να σημειώσουμε πως η έμφαση που δόθηκε στην θεολογία έχει και έναν αναγκαστικό χαρακτήρα, μιας και το μεγαλύτερο μέρος της παιδείας των αρχαίων μη χριστιανών συγγραφέων δεν ήταν διαθέσιμο στην κοινωνία του Καρλομάγνου. Με την εξαίρεση των ελάχιστων έργων που είδαμε, στην διαθέσιμη γραμματεία κυριαρχούν θεολογικά έργα των λατινόφωνων πατέρων. Το υπάρχον υλικό, σε συνδυασμό με τα ενδιαφέροντα της εποχής, ανάγκασαν την εκπαίδευση να λάβει τη μορφή που τελικά έλαβε.

Τον επόμενο αιώνα, σημειώνεται η συμβολή του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη, ο οποίος μετέφρασε τον ψευδο-Διονύσιο στα λατινικά. Τα κείμενα του ψευδο-Διονυσίου είναι εξαιρετικής ποιότητας θεολογικά κείμενα που επηρέασαν καθοριστικά την πνευματική ζωή σε Ανατολή και Δύση. Επειδή στην παρούσα ανάρτηση επικεντρωνόμαστε στη δυτική Ευρώπη, αρκεί να πούμε πως η μετάφραση των αρεοπαγιτικών κειμένων στα λατινικά έφερε στο προσκήνιο σημαντικές ιδέες από την νεοπλατωνική φιλοσοφία, οι οποίες πήραν κεντρική θέση στην πορεία που ακολούθησε η σκέψη των διανοουμένων στη Δύση. Ο Εριγένης προσπάθησε να συνθέσει την νεοπλατωνική με την χριστιανική φιλοσοφία και σχολίασε επίσης το διαδεδομένο εκλαϊκευτικό έργο του Μαρτιανού Καπέλλα όπου παρουσιάζεται συνοπτικά και σε αδρές γραμμές ένα κομμάτι της αρχαίας επιστήμης και σκέψης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης και στον άνθρωπο που αργότερα έγινε ο Πάπας Σιλβέστρος ο Β', έναν άνθρωπο που παράλληλα με την εκκλησιαστική του καριέρα καλλιέργησε ένα πάθος για τα μαθηματικά και την αστρονομία, και που δε δίστασε να διασχίσει τα Πυρηναία για να έρθει σε επαφή με την αραβική μαθηματική σκέψη. Ως Πάπας προσπάθησε να ευνοήσει την μαθηματική παιδεία και η σταδιοδρομία του δείχνει ανάγλυφα τις συνέπειες που είχε, σε βάθος χρόνου, το μορφωτικό έργο του Καρλομάγνου και των διαδόχων του.

Θα μου πεις, γιατί κάθομαι τώρα και λέω ονόματα άγνωστα στους περισσότερους. Τι το ενδιαφέρον έχει δηλαδή μια μετάφραση μερικών μικρών βιβλίων ενός χριστιανού θεολόγου και ένας Πάπας που είναι και μέτριος μαθηματικός; Κάθομαι βραδιάτικα και γράφω αυτά που γράφω γιατί από πίσω τους βρίσκεται ολόκληρος προβληματισμός.

Πόσο σημαντική είναι η πολιτική, κοινωνική και οικονομική σταθερότητα στην ανάπτυξη της μόρφωσης; Ποια η σημασία της αστάθειας και της φτώχειας στην πτώση του μορφωτικού επιπέδου;

Τι μπορεί να κάνει ένας κατάλληλα πεπαιδευμένος άνθρωπος όταν βρει άφθονη οικονομική και πολιτική υποστήριξη; Πόσο σημαντική είναι η πολιτική παρέμβαση για την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης;

Ποια η σημασία ενός υψηλής ποιότητας κειμένου όταν το επίπεδο της παιδείας είναι πολύ χαμηλό; Τι επίδραση μπορούν να έχουν ορισμένα σπουδαία κείμενα σε μια διανοητικά φτωχή εποχή; Αυτό είναι ένα ερώτημα που βρίσκεται σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα με την επίδραση που είχαν τα σωζόμενα κείμενα των αρχαίων και αυτά που ανακτήθηκαν από τους Άραβες και τους Βυζαντινούς.

Ποια η σημασία ανθρώπων με φιλομάθεια και επιστημονικά ενδιαφέροντα σε θέσεις ισχύος για την ανάπτυξη της επιστήμης και της μόρφωσης; Ποια η επίδραση της θρησκευτικής εξουσίας στην εξέλιξη των επιστημών; Ποια η σχέση μεταξύ καριέρας και χόμπι;

Και από αυτά τα ερωτήματα, περνάμε στη σχέση της ανάπτυξης των πόλεων με την αναγέννηση της μόρφωσης. Μετά την εποχή που δέσποζαν μερικά μοναστήρια στον τομέα της μόρφωσης, τώρα αναπτύσσονται σχολές, αλλού σε καθεδρικούς ναούς και αλλού όχι, πάντως μέσα στις πόλεις και εκτός μοναστηριών. Το Παρίσι, η Μπολόνια και η Οξφόρδη αποτελούν το αποκορύφωμα μιας κίνησης που ξεκινά από την Laon,την Rheims, την Chartres και την Ορλεάνη.

Στις σχολές αυτές η μόρφωση λαμβάνει χώρα γύρω από τα μεγάλα αρχαία κείμενα που είχαν διαθέσιμα οι κοινωνίες αυτές. Η Βίβλος, μερικοί Πατέρες της Εκκλησίας, ο Τίμαιος του Πλάτωνα, τα Λογικά του Αριστοτέλη, ο Μαρτιανός Καπέλλα και ο Μακρόβιος και μερικοί Ρωμαίοι ποιητές, ρήτορες και φιλόσοφοι αποτελούν το επίκεντρο των πνευματικών ενδιαφερόντων των διανοουμένων της εποχής. Αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την επανάσταση που έφερε η ανάκτηση των κειμένων του Αριστοτέλη αργότερα. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει μια εκπαιδευτική προσπάθεια. τη στιγμή που υπάρχει ένα υψηλής ποιότητας ταμείο γνώσεως, είναι πολύ φυσικό να επικεντρωθούν οι προσπάθειες σε αυτό και να προσπαθήσουν οι διανοούμενοι να χτίσουν πάνω σε αυτό, πράγμα που μας κάνει να σκεφτούμε ακόμη περισσότερα ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Πόσο περιορίζει αυτή η "μαθητεία" στις αυθεντίες την ανθρώπινη σκέψη; Αλλά και πόσο τυφλή είναι η ανθρώπινη σκέψη ελλείψει τέτοιων αυθεντιών που θέτουν κατευθύνσεις πάνω στις οποίες θα κινηθεί η σκέψη; Αυτά τα ερωτήματα αφορούν τόσο τον Μεσαιωνικό κόσμο, όσο τον Ισλαμικό πολιτισμό αλλά και την δική μας επιστήμη και τους δρόμους που έχει πάρει τους τελευταίους αιώνες.

Η δε επίδραση του ελληνικού τρόπου σκέψης, δηλαδή της λογικής συζήτησης των ιδεών, κυρίως με την επίδραση του Αριστοτέλη, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η διδασκαλία στη Μεσαιωνική Δύση και κατ' επέκταση στη σύγχρονη επιστήμη. Από τη στιγμή που έχει γίνει αποδεκτό πως η λογική θα χρησιμοποιηθεί ως τρόπος ελέγχου των διαφόρων διδασκαλιών, η σκέψη έχει κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την πρόοδο.

Μη φανταστείτε όμως πως ο ορθολογισμός του Μεσαίωνα ήταν σκέτος ορθολογισμός. Συνοδευόταν από την πεποίθηση της κατοχής της απόλυτης αλήθειας μέσω της χριστιανικής θρησκείας και την αυτοπεποίθηση που αυτό έδινε. Η λογική χρησιμοποιήθηκε με συγκεκριμένους τρόπους και σε συγκεκριμένες υποθέσεις· υπήρχε ένα πλήρες μη-λογικό υπόβαθρο που δημιουργούσε την ατμόσφαιρα στην οποία λειτουργούσε η λογική. Έτσι, θεολόγοι "αποδείκνυαν" την ύπαρξη του Θεού, ή "συμβίβαζαν" τα ασυμβίβαστα, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που τους φαίνονταν λογικά αλλά φυσικά δεν υπαγορεύονταν από τη λογική. Ο ορθός λόγος από τον απλό λόγο, ακόμα και από τον εύλογο λόγο, έχει μεγάλη διαφορά και αυτό είναι άλλο ένα χρήσιμο μάθημα που παίρνουμε από την μεσαιωνική ιστορία της δυτικής σκέψης.

Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, ο ενθουσιασμός που δημιουργήθηκε γύρω από τον ορθό λόγο, έστω και αν αποδείχτηκε τελικά διαλυτικός για την χριστιανική πίστη εκπρόσωποι της οποίας τον αγκάλιασαν, έδωσε τεράστια ώθηση στον δυτικό πολιτισμό, καθιστώντας τον τον πιο δυναμικό πολιτισμό στον πλανήτη. Η επιστημονική επανάσταση, καθώς και η επανάσταση στους θεσμούς και τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας παραμένουν επιτεύγματα αξεπέραστα στις μέρες μας.

Περιττό να πούμε πως το κύριο μέρος των συζητήσεων που έλαβαν χώρα στον χώρο των διανοουμένων είχε να κάνει με θεολογικά ζητήματα. Η κοινωνία ήταν θεοκρατική, επομένως η θεολογία κυριαρχούσε στην σκέψη. Παρόλα αυτά, με την επίδραση των πλατωνικών ιδεών η σκέψη πολλών διανοουμένων της εποχής κατάφερε να ξεπεράσει τον βασικό σκόπελο που έθετε η θρησκεία, περιορίζοντας τον ρόλο του θεού στη δημιουργία του κόσμου. Όπως ένας σπόρος αφήνεται μόνος του και μεγαλώνει "φυσιολογικά", έτσι και το σύμπαν κάτω από τις αρχικές προδιαγραφές που έθεσε μια υποτιθέμενη θεότητα λειτουργεί "φυσιολογικά" και άρα εμείς μπορούμε να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα μέσω της επιστήμης.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η διάκριση μεταξύ θεολογίας και φυσικής επιστήμης, αν και όχι απόλυτη, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την μετέπειτα ανάπτυξη της επιστήμης στη Δύση. Με το να φύγει ο θεός από το προσκήνιο στη φύση, άνοιξε ο δρόμος για την Αναγέννηση και την ανάπτυξη της επιστήμης.

Πάλι κάτω από την επίδραση του Πλατωνισμού, τα μαθηματικά (αλλά και η αστρολογία) ξαναήρθαν στην επιφάνεια, αλλά όχι με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα. Εκείνη την εποχή ήταν δεμένα με μη λογικές αντιλήψεις, μεταφέροντας ουσιαστικά μη λογικές ιδέες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων αιώνες μετά από την πρώτη τους ακμή.

Όμως η Ιστορία δεν έμεινε στον Πλάτωνα. Για λόγους που δεν μπορώ να διευκρινίσω, και που ενδεχομένως να είχαν να κάνουν με το εύρος της γνώσης που πρόσφερε ο Αριστοτέλης και το οικείο από την χριστιανική θρησκεία των μεταφυσικών αντικειμένων που δίδασκε ο Πλάτωνας, η Δύση εντυπωσιάστηκε από τον Αριστοτέλη. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η ανάπτυξη της μόρφωσης και σταθεροποιήθηκε η κατάσταση ώστε να μπορεί να γίνει αυτή δυνατή, η μετάφραση των έργων του Αριστοτέλη άνοιξε δρόμους στη δυτική σκέψη που μέχρι τότε κανείς δεν φανταζόταν ότι υπήρχαν.

Το μεταφραστικό έργο από τα ελληνικά στα λατινικά έγινε κυρίως στην Ιταλία και σε αυτό συνέβαλαν Βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι, ως ελληνόφωνοι, γνώριζαν τη γλώσσα των κειμένων. Άλλωστε, το Βυζάντιο δεν είχε χάσει ποτέ την παρακαταθήκη των αρχαίων, άσχετα αν η ελληνική φιλοσοφία είχε πολεμηθεί πολύ για θρησκευτικούς λόγους. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και άλλος ένας μεταφραστικός κόμβος, στην Ισπανία, όπου τα ελληνικά έργα μεταφράζονταν από τα αραβικά στα λατινικά. Άνθρωποι με πάθος για μάθηση δε δίσταζαν να ταξιδέψουν τεράστιες αποστάσεις για να αποκτήσουν πρόσβαση σε επιστημονικά ή φιλοσοφικά κείμενα, ή ακόμα και να μάθουν μια ξένη γλώσσα από το μηδέν για να μπορέσουν να μεταφράσουν κείμενα που θεωρούσαν σημαντικά στη γλώσσα τους.

Η μεταφραστική δραστηριότητα στον Μεσαίωνα μας επιτρέπει να θέσουμε το πρόβλημα των λαθών στη μετάφραση. Άλλωστε, φαίνεται ότι υπήρξε δημιουργική παρανόηση μερικών ιδεών του Έλληνα φιλοσόφου από τους λατινόφωνους διανοούμενους. Φυσικά, τα λάθη δεν αποτέλεσαν το τέλος μιας αναγεννητικής προσπάθειας, αλλά συνέβαλαν και αυτά στην πνευματική ανάπτυξη που συντελέστηκε. Η ανθρώπινη δημιουργικότητα αποδείχτηκε τόσο ισχυρή που προχώρησε μόνη της πέρα από το υλικό που ανέλαβε να κατανοήσει, υλικό που χρησιμοποίησε σαν βάση για να αναπτύξει τη δική της σκέψη.

Η ιστορία μας δείχνει τη σημασία που έχουν ορισμένοι σταθμοί στη μετάφραση των ελληνικών έργων, όπως είναι η εργασία του Κωνσταντίνου του Αφρικανού, ο οποίος αποσύρθηκε στο Μόντε Κασίνο και μετέφρασε τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό. Η εντύπωση που προκάλεσαν τα κείμενα αυτά, δημιούργησε την απαίτηση για περισσότερες μεταφράσεις. Ο ενθουσιασμός και το πάθος για τη γνώση, από τη στιγμή που θα καταναλώσουν τα πρώτα ποιοτικά έργα, οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη όρεξη για διεύρυνση της γνώσης.

Τι μεταφράστηκε; Γαληνός και Αριστοτέλης, Αβικέννας και Αβερρόης, Πτολεμαίος και Ευκλείδης... Η Δύση ανέκτησε μεγάλο μέρος από τη γνώση που είχε χαθεί και ξεκίνησε μια τιτάνια προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης, όπου η αυτοπεποίθηση που πρόσφερε η χριστιανική πίστη στάθηκε μάλλον χρήσιμη. Όταν έχεις αυτοπεποίθηση, προσπαθείς ξανά και ξανά να κατανοήσεις και να ερμηνεύσεις έργα που ξεπερνάνε την μέχρι τότε κουλτούρα σου και χρησιμοποιείς τη δημιουργικότητά σου παράγοντας πολιτισμό.

Η μεγάλη τομή για την πνευματική ζωή της Δύσης στον δωδέκατο αιώνα είναι η ανάπτυξη των πανεπιστημίων. Στην αρχή οι σχολές ήταν κινητές και δε δεσμεύονταν από τα όρια κάποιας πόλης ή από κτήρια. Αυτό συνέβαλε στην απόκτηση προνομίων, γιατί οι πόλεις ήθελαν να παραμείνουν σε αυτές τα μεγάλα πανεπιστήμια. Έτσι, τα πνευματικά ιδρύματα απέκτησαν αυτοτέλεια και αρκετή δύναμη, ενώ οι παρεμβάσεις άλλων στα εσωτερικά τους μειώθηκαν, με αποτέλεσμα η διδασκαλία και η πνευματική αναζήτηση να ανθίσουν (πάντα σε σύγκριση με το τι γινότανε μέχρι και τον ενδέκατο αιώνα).

Η συντεχνία (universitas) των διδασκόντων και διδασκομένων ζήτησε και πέτυχε υψηλή προστασία και έτσι, με τη βοήθεια Παπών, Αυτοκρατόρων και Βασιλιάδων οι οποίοι είχαν συνειδητοποιήσει τη ζωτική σημασία των ιδρυμάτων αυτών, τα Πανεπιστήμια απέκτησαν προνόμια φορολογικά, διοικητικά και άλλης φύσεως. Ιδιαίτερη ανάπτυξη είχαν τα Πανεπιστήμια της Μπολόνια, του Παρισιού και της Οξφόρδης, τα οποία αποτέλεσαν τα πρότυπα πάνω στα οποία αναπτύχθηκαν τα υπόλοιπα Πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Έτσι, προϋπάρχουσες σχολές, στις οποίες διάφοροι καθηγητές που γύριζαν την Ευρώπη προσέλκυαν ποικίλο ακροατήριο και δίδασκαν με δική τους ευθύνη τα αντικείμενα στα οποία είχαν εντρυφήσει, σιγά σιγά αναδύθηκαν σε σεπτά εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρείχαν ανώτατου επιπέδου μόρφωση για την εποχή εκείνη. Νέοι δεκατεσσάρων ετών, αφού είχαν αποκτήσει τις στοιχειώδεις γνώσεις στο σχολείο και εφόσον επιθυμούσαν (αλλά και είχαν την οικονομική δυνατότητα) ανώτερου επιπέδου μόρφωση, εισάγονταν στα Πανεπιστήμια όπου διδάσκονταν τις ελευθέριες τέχνες.

Οι πιο πολλοί, είτε επειδή τέλειωναν οι πόροι τους, είτε επειδή πήραν τα εφόδια που τους χρειάζονταν για να κάνουν μια καριέρα, δεν ολοκλήρωναν τις σπουδές τους. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε και τη μεγάλη θνητότητα που μείωνε σημαντικά τον φοιτητικό πληθυσμό, εξαιτίας των διαφόρων επιδημιών και των κακών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Όσοι ολοκλήρωναν τις σπουδές τους έπαιρναν το πτυχίο του εργένη, bachelor's degree, και στη συνέχεια μπορούσαν να συνεχίσουν μέχρι να πάρουν το δίπλωμα του μάστερ των τεχνών (MA), οπότε και θα μπορούσαν να διδάξουν τις ελευθέριες τέχνες όπως όλοι οι άλλοι διδάσκαλοι.

Αν κάποιος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να μελετήσει σε μεταπτυχιακό επίπεδο ιατρική, νομική και θεολογία, διδάσκοντας παράλληλα ελευθέριες τέχνες. Εκεί οι σπουδές ήταν μακροχρόνιες και ελάχιστοι κατάφερναν να τις τελειώσουν. Επειδή οι καθηγητές των τεχνών αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία των διδασκόντων, εκείνοι είχαν τον έλεγχο των Πανεπιστημίων.

Σιγά σιγά το πρόγραμμα σπουδών άλλαξε, με την ηθική, τη λογική, τη μεταφυσική και την αριστοτελική φυσική να αποκτούν δεσπόζουσα θέση. ενώ τα μαθηματικά, η αστρονομία και η γραμματική να έχουν μικρή επιρροή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη των φυσικών επιστημών μιας και αποτέλεσε εμπόδιο αξεπέραστο για αιώνες, μέχρι την επιστημονική επανάσταση, που προκάλεσε έκρηξη στην ανάπτυξη των μαθηματικών και της αστρονομίας και γκρέμισε το οικοδόμημα της αριστοτελικής φυσικής και μεταφυσικής δίνοντας έμφαση στο πείραμα και τη μαθηματική επεξεργασία αντί για φιλοσοφικούς ισχυρισμούς εξαιρετικά αμφιβόλου ορθότητας (που όμως στον μεσαίωνα είχαν θέση αληθείας).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η ομοιομορφία στην διδασκαλία μεταξύ των πανεπιστημίων. Όταν παντού διδάσκονται τα ίδια αντικείμενα από τα ίδια βασικά κείμενα, τότε η διδασκαλία τυποποιείται και δημιουργείται ένα σταθερό πλαίσιο που επιτρέπει την ανάπτυξη της μόρφωσης που μέχρι εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε αυτές τις κοινωνίες. Φυσικά, αυτό το πλεονέκτημα αποτελεί ταυτόχρονα και εμπόδιο στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, και αυτό είχε παραπάνω από μία όψεις.

Η συζήτηση για τα πανεπιστήμια, εξίσου επίκαιρη και στις μέρες μας, αναδεικνύει πολλές πτυχές του προβλήματος. Βλέπουμε πόσο σημαντική είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία όταν τα πανεπιστήμια θέτουν σαν κύριο στόχο τους την μόρφωση και την γνώση, ενώ παράλληλα δημιουργούνται και ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία τόσων πανεπιστημίων σε μια εποχή που η γνώση είναι εύκολη και μπαίνουν οικονομικά ζητήματα τα οποία πολλές φορές γίνονται κεντρικά βάζοντας στο περιθώριο την αναζήτηση και τη μεταβίβαση της γνώσης.

Αλλά και το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας, τα βασικά συγγράμματα και η προσωπικότητα των διδασκόντων που προσελκύουν διδασκομένους αποτελούν σημαντικά ζητήματα για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καλείται να εκπληρώσει τις ανάγκες μιας κοινωνίας για νέα γνώση και κατανόηση του κόσμου και για εφαρμογές της γνώσης αυτής για να βελτιωθεί η ζωή των ανθρώπων.

Όπως καταλαβαίνετε, είμαι ιδιαίτερα προβληματισμένος για τα χάλια των ελληνικών πανεπιστημίων στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, αλλά και για την πορεία της γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Πόση προσπάθεια και πόση δημιουργικότητα χρειάζεται για να ξεφύγουμε από κατεστημένες αντιλήψεις συντήρησης του στάτους κβο και για την επίλυση των μυστηρίων του σύμπαντος!

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Θέση και επιρροή της επιστήμης στην κοινωνία


Σε αντίθεση με τη Δύση, στην Χριστιανική Ανατολή δεν υπήρξε απότομη πτώση του μορφωτικού επιπέδου, καθώς η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επήλθε ύστερα από πολλούς αιώνες. Ακόμη, η ελληνόφωνη Ανατολή δε χρειάστηκε ποτέ μεταφράσεις για να προσεγγίσει τα έργα των αρχαίων Ελλήνων, η πνευματική παραγωγή των οποίων έμεινε ζωντανή, είτε ως αποδεκτή γνώση, είτε ως ιδεολογικός αντίπαλος που πολεμήθηκε με μένος από τους Χριστιανούς διανοητές.

Ο Lindberg, στο κεφάλαιο αυτό κάνει το συνηθισμένο λάθος πολλών Δυτικών διανοητών που δεν έχουν εκτεταμένη επαφή με την Βυζαντινή διανοητική παραγωγή να υποτιμήσει το μέγεθος της Βυζαντινής θεολογικής σκέψης. Αν κανείς μελετήσει τη Βυζαντινή γραμματεία θα διαπιστώσει πως η διαλεκτική των αρχαίων Ελλήνων εξακολουθούσε να παίζει κεντρικό ρόλο στις διανοητικές διαμάχες των απογόνων τους. Μπορεί το ιδεολογικό πλαίσιο να είχε αλλάξει και τα διανοήματα του Πλάτωνα να τα διαδέχτηκαν τα διανοήματα του Παύλου και του Ιησού αλλά η ελληνική σκέψη σφράγισε τον τρόπο με τον οποίον διεξαγόταν ο διάλογος σε θεολογικό επίπεδο.

Όπως είπαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Χριστιανισμός έστρεψε την προσοχή σε θεολογικά ζητήματα με αποτέλεσμα οι φυσικές επιστήμες να χάσουν τη ζωντάνια τους και τα ερωτήματα που αυτές έθεταν να χάσουν την επιτακτικότητά τους. Αν όμως η μόρφωση δεν περιορίζεται σε αυτές, αλλά καλύπτει και περιοχές όπως είναι οι φιλοσοφικές θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων, τότε δε βλέπω τον λόγο για τον οποίο η υψηλού επιπέδου θεολογία των Βυζαντινών (ή των Αράβων) δεν μπορεί να αξιώνει από εμάς να την αναγνωρίσουμε ως παιδεία υψηλού επιπέδου. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι η θεολογία σχετίζεται με τη θρησκεία, αλλά στο ότι μια ολόκληρη κοινωνία στράφηκε προς ενδιαφέροντα που δεν άπτονται των φυσικών επιστημών με αποτέλεσμα οι τελευταίες να απολέσουν το σφρίγος τους.

Μετά από τη σύντομη αναφορά στο Βυζάντιο (άλλωστε ο συγγραφέας είναι ειδικός στη Μεσαιωνική Δύση), ο Lindberg στρέφει το ενδιαφέρον του στην μετάδοση της ελληνικής σκέψης στην εκτός Βυζαντίου Ανατολή, όπως αυτή συνέβη με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με τους διωγμούς των θεωρούμενων ως αιρετικών που τους ώθησαν πέρα από τα Βυζαντινά σύνορα, οδηγώντας έτσι σε ζυμώσεις μεταξύ της ελληνικής - βυζαντινής σκέψης και της περσικής - ισλαμικής πνευματικής παραγωγής.

Έτσι, οι ελληνόφωνοι Νεστοριανοί έφεραν τον Γαληνό και τον Ιπποκράτη στον Αραβικό κόσμο*, μαζί με τον Τίμαιο του Πλάτωνα (ένα κείμενο που αναδεικνύεται κομβικό για Δύση και Ανατολή), τα Λογικά αλλά και άλλα έργα του Αριστοτέλη αλλά και τα Στοιχεία του Ευκλείδη και την Μεγίστη του Πτολεμαίου καθώς και έργα του Αρχιμήδη. Η μεταφραστική δραστηριότητα αποδεικνύεται κοπιώδης. Προσωπικότητες όπως ο Χουναΐν, ο γιος του Ισάκ, και ο Θαμπίτ, συνέβαλαν τα μέγιστα στην μεταφορά μεγάλου όγκου ελληνικής σκέψης και γνώσης στα συριακά και τα αραβικά, ενώ βασιλιάδες όπως ο Χοσρόης ο Α' και ο αλ-Μαμούν (ιδρυτής του Οίκου της Σοφίας στη Βαγδάτη) πήραν υπό την προστασία τους ανθρώπους των γραμμάτων και συνέβαλαν στην άνθηση του πολιτισμού.

Η επίδραση που είχε αυτή η διανοητική προσπάθεια στην μουσουλμανική κοινωνία δεν είναι ξεκαθαρισμένη. Οι ειδικοί διατυπώνουν διαφορετικές θεωρίες, από τις πλέον αρνητικές (περιθωριοποίηση της "ξένης" σοφίας στην ισλαμική κοινωνία) μέχρι τις πλέον θετικές (οικειοποίηση της ελληνικής γνώσης από τον μουσουλμανικό πολιτισμό). Από ό,το φαίνεται όμως το εκπαιδευτικό σύστημα στο Ισλάμ δεν έκανε τίποτα για να προάγει τη σκέψη σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και ίσως αυτό και να εξηγεί την παρακμή της ισλαμικής επιστήμης μετά τον δέκατο τρίτο αιώνα, σε μια εποχή δηλαδή που κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές ανακατατάξεις αλλάζουν το γεωπολιτικό σκηνικό με την άφιξη των Μογγόλων και των Τούρκων στα Αραβικά εδάφη.

Εδώ ανακύπτουν ποικίλα ερωτήματα σχετικά με τη σχέση της θρησκείας ή οποιασδήποτε ιδεολογίας με τη φυσική επιστήμη. Έχουμε ήδη δει τα εμπόδια που έβαλε ο Χριστιανισμός στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, και το ζήτημα του Ισλάμ ανοίγει και άλλο τον προβληματισμό. Αλλά και στη σύγχρονη εποχή μπορούμε να δούμε διάφορες ιδεολογικές συγκρούσεις που επέδρασαν και στην επιστήμη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις περιόδους των ολοκληρωτικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα. Βέβαια, μια ιδεολογία μπορεί να επιδράσει και θετικά, επειδή ορισμένες αντιλήψεις μπορεί να απελευθερώσουν τη δημιουργικότητα της ανθρώπινης νόησης και να αποφέρουν σημαντικούς διανοητικούς καρπούς σε ορισμένα σημεία, αλλά προσωπικά προτιμώ η επιστημονική περιέργεια να είναι το βασικό κίνητρο της επιστημονικής έρευνας και όχι πολιτιστικές προκαταλήψεις ή οικονομικές απολαβές να καθορίζουν την πορεία της επιστήμης.

Η πρακτική ωφέλεια από την επιστημονική γνώση είναι άλλο ένα θέμα που θέτει ο Lindberg. Για ποιον λόγο οι Μουσουλμάνοι να ασχοληθούν με τον Αριστοτέλη και τον Γαληνό τη στιγμή που έχουν τον Προφήτη και η ζωή τους ρυθμίζεται πλήρως από τον λόγο του Θεού; Τελικά, από ό,τι βλέπουμε, πολύ πρακτικά αντικείμενα όπως η ιατρική και η αστρονομία αναπτύχθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ ορισμένες θεωρητικές φιλοσοφικές αναζητήσεις των αρχαίων Ελλήνων δεν είχαν κάποια διάδοση μεταξύ των διανοουμένων, ακριβώς γιατί δεν είχαν κάποια πρακτική εφαρμογή και χρησιμότητα. Επίσης έγινε κατανοητό, όπως και στη Δύση, ότι η γραφειοκρατία της κεντρικής διοίκησης απαιτεί μορφωμένους ανθρώπους που θα στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό. Η μόρφωση, δηλαδή, έδινε εφόδια σε εκείνους που είχαν φιλοδοξίες και ήθελαν να συμμετέχουν στη διοίκηση του κράτους, βοηθώντας στην σωστή διεκπεραίωση των κρατικών υποθέσεων.

Πάντως, το ερώτημα για ποιον λόγο να ασχοληθεί μια κοινωνία ή ένας επιστήμονας με ένα συγκεκριμένο κομμάτι της επιστήμης παραμένει πάντα επίκαιρο. Ή, αν θέλετε, για ποιον λόγο να ασχοληθώ εγώ με την ιστορία της επιστήμης στον Μεσαίωνα τη στιγμή που το ενδιαφέρον μου συγκεντρώνεται στη λειτουργία του φυσικού κόσμου και όχι στην αρχαία ιστορία; Ο λόγος για τον οποίον ασχολούμαι με αυτά τα ζητήματα στο blog είναι για τον γόνιμο προβληματισμό που η ιστορική ανάλυση δημιουργεί σχετικά με τον τρόπο που κάνουμε επιστήμη στις μέρες μας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχεις την πολυτέλεια της ιστορικής ανασκόπησης ώστε να μπορείς να συνειδητοποιείς τις παγίδες στις οποίες η ανθρώπινη σκέψη έπεσε και στις οποίες μπορεί να ξαναπέσει εκτός και αν βρίσκεσαι σε επιφυλακή.

Μετά από μια συζήτηση για τη μαθητεία των Μουσουλμάνων διανοητών στα αρχαία ελληνικά γραπτά (βλέπε και την επόμενη ανάρτηση περί αναβίωσης της παιδείας στην Δύση), ο Lindberg μιλάει πολύ συνοπτικά περί της συνεισφοράς των Ισλαμιστών διανοουμένων στην Αστρονομία και την Οπτική (διέδωσαν και διόρθωσαν τις αρχαίες ελληνικές θεωρίες). Από ό,τι φαίνεται το βιβλίο δεν απασχολείται με την προσφορά του Ισλαμικού κόσμου στην Επιστήμη, όσο με την επίδραση του Ισλάμ στην δυτικοευρωπαϊκή ιστορία της επιστήμης με την μετάδοση των αρχαίων ελληνικών θεωριών αλλά και μερικών μουσουλμανικών θεωριών περί του σύμπαντος που θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο.

Το κομμάτι του Ισλάμ κλείνει προσωρινά με μια συνοπτική ιστορική επισκόπηση και με μια αναφορά στην παρακμή της Ισλαμικής επιστήμης κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα. Συγκεκριμένα, και εντελώς σχηματικά, η μετάφραση των ελληνικών κειμένων στα αραβικά ξεκινά στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα και συνεχίζεται ολόκληρο τον 9ο αιώνα. Ήδη από τα μέσα του 9ου αιώνα ξεκινούν επιστημονικές εργασίες σε όλους τους τομείς της ελληνικής επιστήμης, οι οποίες δίνουν σοβαρά επιτεύγματα μέχρι και το μέσο του 13ου αιώνα.

Η Βαγδάτη των Αββασιδών (9ος - 13ος αιώνας), το Κάιρο των Φατιμιδών (11ος και 12ος αιώνας), η Κόρδοβα και το Τολέδο των Ομμεϋαδών (13ος και 14ος αιώνας) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των επιστημών. Όμως, οι θρησκευτικές διαμάχες, η αντίθεση προς την επιστημονική πρόοδο από ένα μεγάλο κομμάτι του Ισλάμ και οι πόλεμοι σε όλη την έκταση του Αραβικού κόσμου τόσο με τη Δύση όσο και με νεοεμφανιζόμενες στην περιοχή δυνάμεις, οδηγούν στην πτώση των μεγάλων κέντρων της Ισλαμικής παιδείας (11ος -13ος αιώνας για Ισπανία από Χριστιανούς, 13ος αιώνας για Βαγδάτη από Μογγόλους) οδηγούν σε κατάρρευση στο επίπεδο της Ισλαμικής επιστήμης. Η ειρήνη, η οικονομική ευημερία και η θρησκευτική ανοχή αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη επιστήμης.


* Από ό,τι φαίνεται, μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων παρεμβάλλεται η Περσία, με τα Συριακά ως γλώσσα των γραμμάτων, στην οποία και μεταφράζονται πολλά ελληνικά έργα πριν μεταφραστούν στα αραβικά. Στην Περσία άνθισε και η περίφημη Jundishapur, η ιστορία της οποίας δεν είναι ξεκάθαρη, και που μαζί με άλλα περσικά αστικά κέντρα αποτέλεσε σημείο πνευματικής ανάπτυξης για τους Νεστοριανούς και για τους Πέρσες, ανάπτυξη που πάντα βασιζόταν στα αρχαία ελληνικά κείμενα.

J'accuse


Το κεφάλαιο για την Ρωμαϊκή και την πρώιμη Μεσαιωνική Επιστήμη ξεκινά με μια περιγραφή της παιδείας στα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, φέρνοντας στο επίκεντρο της προσοχής μας το περιεχόμενο της εκπαίδευσης που ήταν διαθέσιμη αλλά και το ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτή την εκπαίδευση, ζητήματα αρκετά σημαντικά για κάθε κοινωνία.

Η ελληνική παιδεία κυριάρχησε στη Ρώμη εξαιτίας των ειδικών σχέσεων των δυο λαών και της ανωτερότητας της ελληνικής επιστήμης, φιλοσοφίας και τέχνης. Οι πλούσιοι Ρωμαίοι πολίτες είχαν την πολυτέλεια να αποκτήσουν ελληνική παιδεία και να ασχοληθούν με τα γράμματα και τις τέχνες. Οι περισσότεροι αριστοκράτες θέλησαν να πάρουν από την παιδεία αυτά που θα τους χρησίμευαν για να κάνουν μια λαμπρή καριέρα στη Ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα θεωρητικά ερωτήματα της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης να μην τύχουν μεγάλης προσοχής.

Μεγάλες προσωπικότητες του πνεύματος, όπως ο Ποσειδώνιος, ο Βάρρων, ο Κικέρων, ο Λουκρήτιος, ο Σενέκας, ο Κέλσος, ο Βιτρούβιος, ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο Μαρτιανός και ο Μακρόβιος κατάφεραν να εκλαϊκεύσουν την επιστήμη και τη σοφία των Ελλήνων και να την μεταφέρουν στην λατινική γλώσσα, δημιουργώντας ένα πνευματικό περιβάλλον με το οποίο η ελληνική πνευματική παραγωγή μπόρεσε να μεταφυτευτεί σε έναν διαφορετικό πολιτισμό.

Παράλληλα, μεταφράζονται στα λατινικά ο Τίμαιος του Πλάτωνα τόσο από τον Κικέρωνα όσο και από τον Χαλκίδιο, του οποίου η μετάφραση τελικά σώζεται, τα Φαινόμενα του Άρατου, πάλι από τον Κικέρωνα, ένα μέρος από τα Λογικά του Αριστοτέλη, τα Στοιχεία του Ευκλείδη και η Εισαγωγή του Πορφύριου από τον Βοήθιο, ενώ η λατινική Δύση χάνει τη ζωτικότητά της και τελικά παρακμάζει. Η γνώση της ελληνικής διανοητικής παραγωγής περιορίζεται σε αυτά τα ελάχιστα πρωτογενή έργα και στις ανθολογίες, τις εγκυκλοπαίδειες, τα υπομνήματα, και τα εγχειρίδια που είχαν εκλαϊκευτικό χαρακτήρα. Η σωζόμενη γνώση στα λατινικά αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν τη δούμε υπό το πρίσμα της παιδείας στη Δύση κατά τον Μεσαίωνα.

Βλέπουμε τελικά πως παρά το γεγονός ότι ο πλατωνισμός, ο σκεπτικισμός, ο αριστοτελισμός, ο στωικισμός, και η επικούρεια φιλοσοφία διαδόθηκαν στους ανώτερους πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στο δυτικό κομμάτι μπλόκαραν την περαιτέρω επιστημονική πρόοδο. Με την διάδοση δε του Χριστιανισμού, το βάρος δόθηκε στην θεολογία, η οποία επισκίασε όλες τις άλλες πνευματικές δραστηριότητες.

Μολονότι είναι αλήθεια πως ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε εχθρικός απέναντι στην πνευματική παραγωγή, το βαθύ αρνητικό, κατά τη γνώμη μου, αποτέλεσμα στην ιστορία της επιστήμης που έφερε ο Χριστιανισμός έχει να κάνει με τη στροφή στο ενδιαφέρον σε θεολογικές λεπτότητες που απορρόφησαν το διανοητικό ενδιαφέρον διανοιών που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στις φυσικές επιστήμες. Η θρησκευτική πίστη, μολονότι συνυπήρξε με την στοιχειώδη και την κάπως ανώτερη εκπαίδευση, προσπάθησε να υποτάξει τις επιστήμες και τις τέχνες σε μια θεολογική agenda και έστρεψε το πνευματικό ενδιαφέρον σε περιοχές της διανόησης που είχαν ελάχιστη επίδραση στις φυσικές επιστήμες.

Έτσι, αν και πρέπει να σημειωθεί η προσφορά προσωπικοτήτων όπως ο νεοπλατωνικός ως προς τη φιλοσοφία και πρώην Μανιχαίος και μετέπειτα Χριστιανός ως προς τη θρησκεία Αυγουστίνος, που μετέφεραν πολλά στοιχεία της ελληνικής φιλοσοφίας δια της επεξεργασίας του χριστιανικού δόγματος στις μάζες, αλλά και η προσφορά των μοναστικών παραδόσεων (π.χ. Βενέδικτος, Κασσιόδωρος) στην εκπαίδευση μερίδας του λατινογενούς πληθυσμού, η συνεισφορά του δυτικού Χριστιανικού κόσμου στην ιστορία των φυσικών επιστημών περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διάσωση του διανοητικού νήματος μέσα από ορισμένα έργα του Ισίδωρου της Σεβίλης και του Βέδα της Νορθουμβρίας ώστε να μη χαθεί εντελώς στις κοινωνίες του Δυτικού Χριστιανισμού η γνώση που πρόσφεραν στον κόσμο οι αρχαίοι Έλληνες για το σύμπαν.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Ματαιότητα και Σκοπός, Λογική και Τυχαίο στη Φύση


Τελικά παράγγειλα το Demystifying Mentalities, του G.E.R. Lloyd, από τη βιβλιογραφία του Lindberg. Πρόκειται για ένα βιβλίο με σκοπό την αποδόμηση της έννοιας της νοοτροπίας όπως έχει χρησιμοποιηθεί από διάφορους διανοητές για να περιγράψει συμπεριφορές που θα μπορούσαν κάλλιστα να εξηγηθούν διαφορετικά.

Να σας πω την αλήθεια, είχα ένα πρόβλημα με την νοοτροπία. Δε μου αρέσει σαν εξήγηση των δεινών που πλήττουν την Ελλάδα αυτή την περίοδο, αλλά βλέπω πως είναι μια αγαπημένη εξήγηση διανοητών όπως είναι ο Στέλιος ο Ράμφος, ο οποίος γυρνάει πίσω στο Βυζάντιο για να εξηγήσει γιατί χρεοκοπήσαμε το 2010. Κατά τη γνώμη μου τα προβλήματα είναι προβλήματα πολιτικών επιλογών, επιλογών που έγιναν για συγκεκριμένους λόγους και ήταν στο χέρι μας να μην είχαν γίνει, όπως είναι και στο χέρι μας να αντιστρέψουμε πολλές από τις επιλογές αυτές και να κάνουμε και επιλογές προς εντελώς άλλη κατεύθυνση. Με την εξήγηση της νοοτροπίας χάνεται η προσωπική ευθύνη του καθενός από εμάς και μειώνεται η δυνατότητά μας να αλλάξουμε τα πράγματα.

Επειδή λοιπόν νομίζω πως πάντα η αλλαγή είναι δυνατή, με ενοχλούσε που ορισμένοι τα ρίχνουνε στη νοοτροπία. Βέβαια, από την άλλη, είναι και μερικοί άνθρωποι που σε κάνουν πραγματικά να αναρωτιέσαι: μα πώς σκέφτεται αυτός έτσι, ή, μα δε σκέφτεται καθόλου και είναι κολλημένος σε ένα πράγμα μόνο; Μερικές φορές, όσο και ας μη μου αρέσει, η νοοτροπία είναι μια εξήγηση που έρχεται εύκολα στον νου. Για αυτούς τους λόγους είχα έντονο ενδιαφέρον να διάβαζα το βιβλίο αυτό. Και δεν απογοητεύτηκα στην επιλογή μου να το αγοράσω. Άσε που τελικά θα μου φανεί και διπλά χρήσιμο. Θα δείτε το γιατί αργότερα.

Λοιπόν, όσον αφορά τις νοοτροπίες, αφού πρώτα τονίσει τη δυσκολία να εφαρμόσουμε έννοιες δικές μας σε κοινωνίες που δεν τις διαθέτουν εκπεφρασμένες γλωσσικά, ο Lloyd μας εξηγεί ιστορικά πώς αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα η ορολογία που έχουμε ταυτίσει στο μυαλό μας με τον ορθολογισμό και την κριτική σκέψη. Μας αποκαλύπτει πως αυτοί που την πρωτοχρησιμοποίησαν κάθε άλλο παρά ορθολογιστές ήταν. Χρησιμοποιούσαν την κριτική για να πολεμήσουν τους διανοητικούς τους αντιπάλους, για παράδειγμα τους μάγους ή τους ιερείς, αλλά και οι ίδιοι πρότειναν εξίσου παλαβές θεωρίες για τη λειτουργία του φυσικού κόσμου. Ο τρόπος τον οποίον πολλοί χρησιμοποιούμε σήμερα για να βάλουμε τα πράγματα σε κουτάκια δημιουργήθηκε στη Δύση για να εξυπηρετεί ανταγωνισμούς και όχι ως μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη κοσμοθεωρία. Αυτό αποδυναμώνει το επιχείρημα εκείνων που μιλούν για προ-λογική και λογική νοοτροπία, ή για πρωτόγονη και μοντέρνα νοοτροπία.

Παράλληλα, αν μελετήσουμε την ιστορία βλέπουμε πως στην ίδια κοινωνία θα βρούμε ανθρώπους με όλων των ειδών τις συμπεριφορές. Μαζί με τον μάγο, συνυπάρχει ο φιλόσοφος και ο επιστήμονας και ο εναλλακτικός θεραπευτής. Άρα μια νοοτροπία δεν μπορεί να χαρακτηρίζει ολόκληρη την κοινωνία. Αλλά και στον ίδιο άνθρωπο πολλές φορές συναντούμε διαφορετικές συμπεριφορές. Ένας επαγγελματίας επιστήμονας μπορεί να πιστεύει στα ζώδια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο άνθρωπος έχει ταυτόχρονα δυο νοοτροπίες!

Ο Lloyd θεωρεί πως τα φαινόμενα που προσπαθούσε να εξηγήσει η ασαφής έννοια της νοοτροπίας εξηγούνται καλύτερα από τις κοινωνικές και ιδιαίτερα τις πολιτικές συνθήκες και το γλωσσικό περιβάλλον που δημιουργούν και για να μας δώσει το έναυσμα για προβληματισμό αναλύει λεπτομερώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναδύθηκε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη, ενώ στο τέταρτο μέρος του βιβλίου κάνει και μια συγκριτική μελέτη μεταξύ της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Κίνας.

Για να συνδέσω τώρα το βιβλίο αυτό με το κεφάλαιο της ελληνικής και ρωμαϊκής ιατρικής από το βιβλίο του Lindberg, πρέπει να πω πως ο Lloyd έχει ασχοληθεί σε βάθος με την αρχαία ελληνική επιστήμη και ιδίως την ιατρική. Μάλιστα, στο βιβλίο του μας δίνει συχνά παραδείγματα από τους αρχαίους Έλληνες ιατρούς και είναι πραγματικά φοβερό να διαβάζεις ιπποκρατικό κείμενο να ασκεί δριμεία κριτική σε μη ιπποκρατικούς θεραπευτές, κριτική που να είναι εξαιρετικά λογική, και αμέσως μετά να βλέπεις τον συγγραφέα να προτείνει θέσεις που είναι προϊόν της φαντασίας του και όχι της λογικής του, όπως ακριβώς κάνανε και οι μη ιπποκρατικοί που μόλις κατέκρινε!

Κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο θετικό στοιχείο της ιπποκρατικής ιατρικής και μετέπειτα της ιατρικής του Γαληνού είναι το ότι βάζει πάνω στο τραπέζι και, σε μεγάλο βαθμό, δίνει κυρίαρχη σημασία σε νατουραλιστικές εξηγήσεις για την αιτιολογία και την αντιμετώπιση των ασθενειών. Μπορεί δηλαδή να μην έχουμε την αρχή για μια αμιγώς ορθολογική ιατρική, αλλά έχουμε σημαντικά θεμέλια για μια νατουραλιστική ιατρική. Δυστυχώς βέβαια η αυθεντία του Γαληνού και του Ιπποκράτη στάθηκε εμπόδιο για την ανάπτυξη της ιατρικής στους χριστιανικούς αιώνες που ακολούθησαν στη Δύση. Αυτή η κατάσταση είναι αντίστοιχη με την επίδραση του Αριστοτελισμού στη Φυσική για την οποία έχουμε μιλήσει παλιότερα.

Δε θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, πως η ιστορία της επιστήμης μας δίνει ένα πολύ χρήσιμο μάθημα για την επιστημονική πράξη σήμερα. Όταν βλέπεις κορυφαίους διανοητές του παρελθόντος να διατυπώνουν θεωρίες ανορθολογικά, να χρησιμοποιούν τη φαντασία και να δογματίζουν "εξηγώντας" πειράματα και παρατηρήσεις με τρόπους τελείως λάθος, δεν μπορείς παρά να είσαι εξαιρετικά προσεκτικός σε αυτά που αποδέχεσαι σήμερα ως αλήθειες στην επιστημονική σου έρευνα. Κανένας δεν είναι απρόσβλητος από αυτά τα διανοητικά λάθη. Για αυτό χρειάζεται να αναπτύξουμε πολλές δικλείδες ασφαλείας και να κάνουμε άφθονη αυτοκριτική.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει το γεγονός πως με αυτά τα λάθη η επιστήμη προχώρησε προς μια κατεύθυνση και πως από την πρωτόγονη εποχή έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει. Η απραξία δηλαδή στην οποία θα οδηγούμασταν από την απαίτηση για τέλειες αποδείξεις θα ήταν καταστροφική. Και δική μου διανοητική απαίτηση δεν είναι η τέλεια απόδειξη μιας θεωρίας, αλλά η συνειδητή επίγνωση των ορίων και των αδυναμιών των θεωριών που διατυπώνουμε ή μελετάμε. Να μη μπερδεύουμε δηλαδή ωραίες ιδέες με την φυσική πραγματικότητα καθ' εαυτήν.

Όσον αφορά στο κομμάτι των ιστορικών πληροφοριών, θα ήθελα να τονίσω τη σημασία του Αλεξανδρινού Μουσείου και την ανάπτυξη που είχε η ανατομία στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, με τον Ηρόφιλο και τον Ερασίστρατο να πραγματοποιούν ανατομές (ακόμα και σε ζωντανούς ανθρώπους!) και να πλουτίζουν ιατρική επιστήμη με γνώσεις αλλά και όρους που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα (και φυσικά με ιδέες που έχουν σταματήσει να θεωρούνται σοβαρές εδώ και αιώνες!)

Ο δε Γαληνός, του οποίου τα λάθη στην ανατομία, εξαιτίας των γενικεύσεων που έκανε για τον άνθρωπο από τις μελέτες του σε ζώα, είναι διάσημα, επεξεργάστηκε τη θεωρία του Ιπποκράτη για τους χυμούς που αποτελούν το ανθρώπινο σώμα, αλλά και του Πλάτωνα για τα τρία μέρη της ψυχής, με αποτέλεσμα να περάσουμε τόσους αιώνες στη Δύση διδάσκοντας πράγματα τα οποία δε στέκουν. Αυτός ο φιλόσοφος - επιστήμονας ήταν υπέρμαχος της τελεολογίας στη φύση, γεγονός που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό και στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες και συνέβαλε, σε συνδυασμό με την πληρότητα και το τεράστιο διανοητικό εύρος του έργου του, στην πνευματική του κυριαρχία στις περιοχές όπου ο μονοθεϊσμός επικρατούσε.

Η φύση δεν κάνει κάτι μάταια, είπε ο Γαληνός. Και με το σκεπτικό αυτό προσπάθησε να εξηγήσει πως διάφορες κοιλότητες στο διάφραγμα μεταξύ των κοιλιών στην καρδιά συνεχίζουν με αόρατους πόρους μέσα από τους οποίους μεταδίδεται το αίμα από τη δεξιά στην αριστερή καρδιά. Η τελεολογία μπορεί να θυμίζει την κουβέντα για τη λογικότητα του σύμπαντος (παίζει ή δεν παίζει ο "Θεός" ζάρια με το σύμπαν;) αλλά είναι ποιοτικά διαφορετική. Ο Lindberg κλείνει το κεφάλαιο με την επισήμανση πως ακόμα και στη σύγχρονη επιστήμη δεν έχουμε οριστικές απαντήσεις πάνω στα ζητήματα αυτά. Από τη δική μας πλευρά, θα κουβεντιάζουμε τα ζητήματα αυτά κάθε φορά που θα ανακύπτουν.


Στην φωτογραφία απεικονίζεται ο Πτολεμαίος ο Β', ο Φιλάδελφος με την αδερφή του / γυναίκα του (εξ ου και... φιλάδελφος) Αρσινόη την Β'.